π. Μωϋσῆς Μοναχὸς Ἁγιορείτης - Ἡ πνευματικὴ διάσταση τοῦ ἔργου τοῦ Ἀ.Π.

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλεύθερο Βῆμα Σερρῶν, 26 Φεβρουαρίου 2010

Ἀφοῦ εὐχαριστήσω θερμὰ ὅσους εἶχαν τὴν εὐγένεια νὰ καλέσουν τὴν ταπεινότητά μου στὸν ἀποψινὸ ἑσπερινὸ ἐπετειακῆς μνημοσύνης, θὰ εἰσέλθω ἀμέσως στὸ θέμα μου, γιατὶ δὲν θέλω νὰ χασομερῶ μὲ μακροὺς προλόγους. Συμπληρώνονται ἐφέτος 160 ἔτη ἀπὸ τὴν γέννηση καὶ 100 ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Παρὰ τὶς τόσες δεκαετίες ἡ μνήμη του μένει ζωντανή. Συνεχῶς γράφουν γι᾿ αὐτόν. Δὲν ὑπάρχει γιὰ ἄλλο λογοτέχνη μας τόσον πλούσια βιβλιογραφία. Ἐμεῖς θὰ προσπαθήσουμε στὸν λίγο χρόνο ποὺ ἔχουμε νὰ δείξουμε τὴν θρησκευτικότητα, τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη, ἡ ὁποία σαφῶς εἶναι πηγαία, ἀνυπόκριτη καὶ θερμή.

Ὁ Παπαδιαμάντης σπούδασε φιλόλογος ἀλλὰ εἶναι θεολόγος, γιατὶ θεολόγος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀνάλογο πτυχίο, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ ἀληθινὰ προσεύχεται, κατὰ τὸν ὅσιο Νεῖλο τὸν Ἀσκητή. Θεολόγος οὐσιαστικὰ εἶναι ὁ πιστὸς ποὺ ζεῖ αὐθεντικὴ χριστιανικὴ ζωή, ὁ φίλος του Θεοῦ, ὁ κοινωνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἅγιος, ὁ λυτρωμένος καὶ σεσωσμένος. Μέσα στὴν Ὀρθοδοξία μας κανεὶς ποτὲ δὲν σῴζεται ἀτομικά, ἀλλὰ περνώντας ἡ ζωή του μέσα ἀπὸ τῶν ἄλλων, συνδράμοντας μὲ διάφορους τρόπους στὴ σωτηρία κι ἐκείνων. Ὁ Θεὸς τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι ὁ Δημιουργὸς τοῦ Σύμπαντος, ὁ Πλάστης τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Παντοδύναμος, ὁ προνοητῆς, ὁ φιλόστοργος πατέρας. Πιστεύει στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, στὴ θεία Πρόνοια, στὴ θεία Χάρη, στὴ θεία μισθαποδοσία καὶ δικαιοκρισία.

Κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ εἶναι νὰ τὸν ὑπακούει, νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολές του, νὰ τὸν διακονεῖ θυσιαστικὰ στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε πλησίον. Οἱ σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου διαταράσσονται διὰ τῆς ἁμαρτίας. Τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο εἶναι γεμάτο ἀπὸ ἁμαρτωλούς. Μέσα ἀπὸ τὰ μυθιστορήματα καὶ διηγήματά του περιδιαβαίνουν ἄσωτοι, ἄθεοι, βλάσφημοι, κλέφτες, φιλόδοξοι, τοκογλύφοι, λαίμαργοι, μέθυσοι, ἄδικοι, ὑποκριτὲς φθονεροί, ἀκόμη καὶ ἱερόσυλοι, αὐτόχειρες καὶ φονιάδες. Παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτά, ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἥρωές του τελικὰ τοὺς συμπαθοῦμε. Στὰ πρόσωπά τους συναντοῦμε τὰ φιλάμαρτα πρόσωπά μας, ἀλλὰ καὶ γιατὶ συνήθως μετανοοῦν γιὰ τὶς πράξεις τους. Ὁ Παπαδιαμάντης γνωρίζει τὸ εὐόλισμο τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν θεραπεία στὸ θεραπευτήριο τῆς Ἐκκλησίας δι᾿ εἰλικρινοῦς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη ἡ Ἐκκλησία ὅπως γράφει εἶναι ἡ «φιλόστοργη μητέρα καὶ ἡ πηγὴ πάσης παραμυθίας».

Πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι ὁ Νεοέλληνας δὲν μπορεῖ εὔκολα νὰ μὴ πιστεύει. Μέσα στὴν Ἐκκλησία τὸ ἔμφυτο θρησκευτικὸ αἴσθημα καὶ συναίσθημα δυναμώνει. Πρέπει νὰ κάνει μεγάλο ἀγῶνα ὁ Ἕλληνας γιὰ νὰ μὴν πιστεύει καθόλου καὶ σὲ τίποτε. Ἐν τούτοις τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ κόσμου τὴ δικαιολογεῖ ὡς κλονισμὸ τῆς ἀγάπης του στὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση, κάτι ποὺ συνέτεινε ἡ ἀπώλεια μέρους τῆς ἀξιοπιστίας, λόγω σκανδάλων ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη παράδοση εἶναι ὅπως λέγει «ζῆν κατὰ τὸν θεῖον νόμον». Τελικὰ ὁμολογεῖ: «Ἐγὼ εἶμαι τέκνον γνήσιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῶν ἐπισκόπων της». Σὲ ἄλλη περίπτωση βέβαια δὲν δυσκολεύεται νὰ τοὺς κρίνει αὐστηρὰ γιὰ διάφορες προκλήσεις τους.

Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν πιστεύει σ᾿ ἕνα ἰδεολογικὸ ἑλληνοχριστιανικὸ νεφέλωμα. Ἡ πίστη του εἶναι ἀκράδαντη στὴ μεγάλη ἀνάγκη ποὺ ἔχει ὁ ἑλληνισμὸς τὸν Χριστιανισμό. Θεωρεῖ κίνδυνο γὰ τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία τὸν μιμητισμό, τὴν ξενομανία, «τὸ νὰ χάσκῃ τις πρὸς τὰ ξένα», τὴν εἴσοδο στὴν πατρίδα μας τοῦ δυτικοῦ τρόπου ζωῆς. Ἔτσι παρατηρεῖ μὲ βαθὺ πόνο τὴν ἀλλοίωση τῶν ἠθῶν, τὴν χαλάρωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τοῦ λαοῦ, τὴν παραχάραξη τῆς πλούσιας καὶ ὡραίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Δυστυχῶς γράφει «κηρύττεται πλέον φανερὰ ἡ ἀγραμματωσύνη, καὶ τὸ ἀνωφελὲς τοῦ ὀρθῶς γράφειν ἢ ὁμιλεῖν», ὥστε «κατήντησε νὰ γίνει ὅλη σχεδὸν ἡ γλῶσσα νόθον καὶ κίβδηλον κατασκεύασμα». Ἀκολουθοῦν οἱ Ἕλληνες· γράφει «τὰ τῆς χριστιανικῆς λατρείας ἄνευ πίστεως καὶ χρηστοῦ συνειδότος». Τὸ ἄηθες, ἡ ἠθοφθορία, ἡ ἀνηθικότητα, τὸ μισάδελφο ἀρχίζουν νὰ κυριαρχοῦν κι ἐπικρατοῦν. Τί θὰ ἔλεγε γιὰ σήμερα, ἑκατὸ ἔτη μετά, ὁ θεσπέσιος Παπαδιαμάντης;

Λύση στὸ πρόβλημα κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη εἶναι ἡ ἐν μετανοίᾳ ἄμεση ἐπιστροφὴ στὴν ἀνόθευτη καὶ γνήσια ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Συγκεκριμένα τονίζει: «Ἄμωνα περὶ πάτρης θὰ ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνικὴ ἀγωγή, ἡ χρηστὴ διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ, τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος, καὶ ἡ πρόληψις τῆς χρεωκοπίας». Οἱ λόγοι του, ἀγαπητοί μου, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε ὅλοι πολὺ καλὰ ἔχουν μιὰ σημαντικὴ ἐπικαιρότητα.

Ὄξυνση τοῦ προβλήματος θεωρεῖ καὶ τὴν ἀπραξία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς. Τὴν Ἐκκλησία δὲν τὴν θέλει οὔτε ἐμπορευάμενη οὔτε θεατριζόμενη. Ἡ λύση κατ᾿ αὐτὸν εἶναι μόνο μία. Ἐπιστροφὴ ἐν ἐπιγνώσει στὴν ἁγιοτρόφο ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας καὶ βίωσή της. Μέσα στὴν ἁγία, σῴζουσα καὶ ὀρθοτομοῦσα Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος ἀναγεννᾶται, μεταμορφώνεται, ὁπλίζεται τὰ ὅπλα τοῦ φωτὸς καὶ τῆς χάριτος κατὰ τῆς ποικίλης ἁμαρτίας καὶ ξανασυναντᾷ τὸν ζῶντα Θεὸ τοῦ ἐλέους καὶ τῶν οἰκτιρμῶν. Στὸν ἄνθρωπο ἀνήκει ἡ μεγάλη ἐπιλογή. Στὸ πλούσιο ἔργο του οἱ πονεμένες μορφὲς τοῦ συνήθως φθάνουν στὴ λύτρωση διὰ τῆς ἀκριβοῦς μετανοίας καὶ ζοῦν τότε μιὰ νέα ζωή. Ὄχι βέβαια πάντοτε. Ὁρισμένες χρησιμοποιώντας κακῶς τὴν ἐλευθερία τοὺς παραμένουν στὸ σκοτάδι.

Ὁ σπουδαῖος Σκιαθίτης πεζογράφος μας συχνὰ περιγράφει «μετ᾿ ἔρωτος» τὴ φύση, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἕνας φαντασμένος οἰκολόγος ἢ ἕνας ὀνειροπόλος φυσιολάτρης. Ἀναφερόμενος καὶ περιγράφοντας περίτεχνα τὴν ὡραία φύση πορεύεται πρὸς τὸν Δημιουργό της καὶ τὸν μεγαλύνει γιὰ τὴν πανσοφία του. Γράφει γιὰ κάποιους τέτοιους σ᾿ ἕνα του διήγημα. «Μικροὶ ἀκούσιοι εἰδωλολάτραι, διασῴζοντες κατόπιν τόσων αἰώνων ἀσυνείδητον τὴν λατρείαν τῆς φύσεως». Λυπᾶται πολὺ βέβαια ὅταν καταστρέφεται τὸ κάλλος τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καὶ γράφει μὲ πόνο ψυχῆς: «τὸ μιαρὸν πνεῦμα εἰσέβαλεν εἰς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ». Μελετώντας τὸ ὅλο ἔργο τοῦ παρατηροῦμε πὼς ὄχι ἤξερε νὰ γράφει, νὰ περιγράφει, νὰ ἠθογραφεῖ, νὰ κρίνει καὶ νὰ προτείνει λύσεις, ἀλλὰ ὁ ἴδιος εἶχε μιὰ ἀκέραια στάση, ἐπιλογὴ φιλόθεης ζωῆς, φιλάρετου βίου, ἔντιμης ἐργασίας, φιλότιμης ἀδολεσχίας, πορεία, στόχο, λόγο καὶ ἀξία. Ἀπὸ νωρὶς εἶχε συνειδητοποιήσει καλὰ τὴ ματαιότητα τῆς ἐγκοσμιότητος, εἶχε ἀφοβία θανάτου, θερμὴ πίστη. Θέλησε νὰ ζήσει ἁπλά, λιτά, ἀπόμερα, ἥσυχα, γαλήνια καὶ νηφάλια. Δὲν ψήλωσε ὁ νοῦς του, δὲν ὑψηλοφρόνησε, στάθηκε πλάι στοὺς ταπεινοὺς καὶ καταφρονεμένους καὶ τοὺς πέρασε ὡραία στὸ ἔργο του.

Τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη διασῴζει τὴν ἁγνὴ λαϊκὴ εὐσέβεια. Οἱ ἱερεῖς τοῦ ἔργου του εἶναι ἁπλοί, φτωχοί, ἐνίοτε καὶ ἁπλοϊκοί, ἀλλὰ βιώνουν ὑπαρξιακά, ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν μποροῦν νὰ τὸ ἐκφράσουν, τὸ μυστήριο τοῦ ζῶντος Θεοῦ, τὴ γνήσια ὀρθόδοξη βιοτὴ καὶ λειτουργικὴ παράδοση. Μὲ πλήρη συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς τους δὲν παύουν νὰ δέονται ὑπὲρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης καὶ σωτηρίας τῶν προβάτων τοῦ ποιμνίου τους, ποὺ τοὺς ἐμπιστεύθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Δὲν ἐπιχειροῦν «λειτουργικὲς ἀναγεννήσεις» ἀρκοῦνται καὶ τρέφονται μὲ τὴν ὑπάρχουσα γνήσια παράδοση, δοξολογώντας συνεχῶς τὸν Ὕψιστο κι ἐπικαλούμενοι τὸ ἄφατο ἔλεός του.

Ὁ Παπαδιαμάντης δήλωσε ὁμολογιακά, χαρακτηριστικά, ἀπερίφραστα καὶ ἀναντίρρητα: «Τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε... νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου». Τὸν πονᾷ ἡ ἁμαρτία, τὸν στενοχωρεῖ ἡ βαβυλωνία τῆς Ἀθήνας, τὸν κουράζει τὸ κουτσομπολιὸ τοῦ νησιοῦ του, μὲ τοὺς παρασυρμένους τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ δὲν παύει ν᾿ ἀγωνίζεται, νὰ ἐλπίζει, νὰ ἐμπιστεύεται τὸν Θεό, νὰ παρουσιάζει κάποιους ἥρωές του ὡς ἁγίους. Ἡ ἄτεκνη Σεραϊνὼ στὸν «Γάμο τοῦ Καραχμέτη» ὁ ἁπλὸς τσομπάνος στὸν «Φτωχὸ ἅγιο», ὁ ἔνδοξος νεομάρτυς στὸ «Ἡ χήρα του Νεομάρτυρος» καὶ ἄλλοι.

Δὲν πρέπει νὰ λησμονᾶμε ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι υἱὸς εὐλαβοῦς ἱερέως, ἀκολούθου τοῦ γνήσια ἀναγεννητικοῦ, ἁγιορειτικοῦ κινήματος τῶν ἱεροπρεπῶν Κολλυβάδων. Μεγαλώνει μὲ τὶς θεῖες λειτουργίες, τὰ ἱερὰ βιβλία, τὶς ἅγιες εἰκόνες, τὶς ἀπαράβατες ἐκκλησιαστικὲς παραδόσεις, τὰ ὡραῖα ἔθιμα, τὰ ἐξαίρετα ἤθη. Μελετοῦσε τὰ μυροβόλα συναξάρια, τὰ πατερικὰ καὶ νηπτικὰ κείμενα, τὴν καταπληκτικὴ φιλοκαλία, τὶς ἀσματικὲς ἀκολουθίες. Ἦταν ἀναγνώστης καὶ ψάλτης. Ὅλη αὐτὴ ἡ γνώση τὸν ἔκανε νὰ πάει νὰ μονάσει στὸ Ἅγιον Ὄρος. Πρὶν κλείσει ὅμως χρόνο ἐκεῖ στὴ σκήτη Εὐαγγελισμοῦ τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος, ἐπέστρεψε στὸν κόσμο, τρέφοντας πάντοτε μεγάλο σεβασμὸ γιὰ τὸν μοναχισμὸ καὶ ἰδιαίτερα τὸν ἁγιορείτικο.

Τὸ ἐκκλησιαστικό του ἦθος τὸν κάνει νὰ μὴν εἶναι ὀργίλος καὶ φανατικὸς κατὰ τῶν ἁμαρτανόντων ἡρώων τοῦ ἔργου του, ἀλλὰ καὶ τῶν συνανθρώπων του γενικά. Ἐλπίζει στὴ μετάνοια, πιστεύει στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θεωρεῖ προτιμότερη τὴν ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη. Ἀγαπᾷ νὰ προβάλλει τὴ μετάνοια, ὄχι ὡς ἱεροκήρυκας ἐπαγγελματίας, ἀλλὰ ὡς συμπάσχων ἀδελφός. Ἡ συμπάθεια στὸν ἀδύναμο συνάνθρωπο εἶναι ἴδιον του ἀληθινοῦ χριστιανοῦ, τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Παπαδιαμάντης λοιπὸν μεγάλωσε μὲ βυζαντινὲς ψαλμῳδίες, καθαρὰ κεριὰ καὶ ἁγιορείτικα λιβάνια. Παρέμεινε προσηλωμένος στὴν Ἐκκλησία διὰ βίου. Πίστευε ἀκράδαντα στὸν Θεό, στὶς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων καὶ τῆς Παναγίας καὶ τὰ θαύματά τους. Μιὰ φορά, διηγεῖται ὁ καλὸς ἐξάδελφός του Ἀλ. Μωραϊτίδης, ἔγινε καλὰ ἀπὸ ἰσχυρὸ πονόδοντο ὁ Παπαδιαμάντης κι ἔγραψε ὁλόκληρη ἀκολουθία στὸν Ἅγιο Ἀντίπα, ποὺ προστατεύει ὅσους πονοῦν στὰ δόντια, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσει. Δὲν ἦταν ὀνειροπόλος τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ θαυμαστὴς τῆς ἀλήθειας, ποὺ στήριξε γενεὲς γενεῶν καὶ δημιούργησαν ἔξοχα ἔργα πολιτισμοῦ καὶ ὀρθότητα βίου ἐμπνευσμένη.

Ὁ Παπαδιαμάντης σαφῶς δὲν εἶναι ἅγιος μὲ φωτοστέφανο. Εἶναι ὅμως ἕνας ἀγωνιστής. Δὲν εἶναι μονόχνωτος, κακομοίρης, ἀπομονωμένος, κομπλεξικός, μειονεκτικὸς καὶ διχασμένος. Εἶναι ἕνας ἑκούσιος κοσμοκαλόγερος, ἀκτήμων, ἐλεήμων, πένης, ἁπλός, λιτός, μόνος, σεμνὸς καὶ ταπεινός. Δὲν εἶναι φιλόσαρκος, ἀλλὰ φυσιολογικῶς πειραζόμενος ἄνθρωπος. Ἀγαποῦσε τὸ κρασάκι, ἀλλὰ δὲν ἦταν μέθυσος. Κάποτε ἕνας μοναχὸς πῆγε νὰ ἐξομολογηθεῖ σ᾿ ἕνα πνευματικὸ σὲ μιὰ σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τὸν βρῆκε τὸν πνευματικὸ πιωμένο καὶ κάπως ζαλισμένο. Σκανδαλίστηκε καὶ εἶπε ὡς ἄδικα ἔκανε τὸν κόπο νὰ ἔλθει νὰ ἐξομολογηθεῖ σ᾿ ἕνα πνευματικὸ πότη. Τότε ὁ πνευματικός, πρὸς μεγάλη του ἔκπληξη, τοῦ εἶπε: Ναί, τρεῖς φόρες ἦλθες γιὰ ἐξομολόγηση ἀλλὰ τὴν ἁμαρτία ἐκείνη δὲν μοῦ τὴν εἶπες! Ἂς μὴ γινόμαστε τόσο γρήγορα τόσο αὐστηροὶ κριτὲς καὶ ἐπιτιμητὲς τῶν πάντων. Τὴν αὐστηρότητα καλύτερα ἂς κρατήσουμε γιὰ μᾶς καὶ τὴν ἐπιείκεια γιὰ τοὺς ἄλλους.

Ὁ Π. Νιρβάνας τὸν ὀνομάζει «κοσμοκαλόγερο», τὸν περιγράφει νὰ βαδίζει σκυφτὸς μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα πίσω, νὰ κάθεται σὲ ἀπόμερα καφενεῖα, συντροφιὰ μὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, φιλέρημος, ἦταν κακοντυμένος, μὲ ξεφτισμένες πάντα τὶς ἄκρες των μανικιῶν του καὶ ὅταν τοῦ πρότειναν 150 δραχμὲς γιὰ ἕνα του ἔργο εἶπε πὼς τοῦ ἀρκοῦν οἱ 100. Ἔτσι τὸν παρουσιάζει ἰδιότροπο, παράξενο καὶ κοσμόφοβο. Ὁ μακαριστὸς λόγιος Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης στὸ βιβλίο του γι᾿ αὐτὸν ἔχει μιὰ ἄλλη θέση, μὲ τὴν ὁποία ἐδῶ καὶ συμφωνοῦμε. Γράφει: «Ἐὰν ἐμβαθύνουμε στὸν τρόπο τῆς ζωή του, θὰ ἀνακαλύψουμε γνωρίσματα καλογερικῆς ἀγωγῆς καὶ ἀρετῆς καὶ τάσεις γιὰ ὑπέρβαση τοῦ κοινῶς θεωρούμενου καλοῦ. Τί εἶναι ἄλλωστε, ἡ ἀτημέλητη ἐμφάνισή του, ἡ τάση συνεχοῦς φυγῆς ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἡ ἑκούσια πενία του καὶ οἱ ἀσκητικὲς συνθῆκες διαμονῆς του, παρ᾿ ὅτι εἶχε τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα γιὰ βελτίωσή τους - ῾μοῦ φθάνουν οἱ ἑκατὸ δραχμές᾿-, οἱ ἀγρυπνίες καὶ ψαλμῳδίες του, τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος του, ἡ εὐαισθησία του σὲ θέματα ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων, οἱ ἐλεημοσύνες του ἀπὸ τὸ ὁρατὸν ὑστέρημά του, ἡ ταπείνωσή του, ἡ ἁγιότητά του καὶ ἄλλες ἀρετές του, ἂν ὄχι ἀντανακλάσεις μοναχικοῦ βίου;».

Ὅ,τι ἀποτελεῖ γιὰ τοὺς Σλαύους ὁ πολὺς Ντοστογιέφσκυ εἶναι, θὰ πρέπει νὰ εἶναι, γιὰ τοὺς Ἕλληνες ὁ Παπαδιαμάντης. Πρόκειται γιὰ προφήτη τοῦ Γένους. Γράφει: «Μὴ θρησκευτικά, πρὸς Θεοῦ! Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν εἶναι βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατ᾿ εὐθεῖαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα, ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τὰ ἄλλα ἔθνη... Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὁ,τιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπ᾿ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ὕψος καὶ νὰ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας.»

Γι᾿ αὐτὸ ὅπως γράφει «τὰ πλεῖστα των ὑπ᾿ ἐμοῦ γραφέντων διηγημάτων... εἶναι μᾶλλον θρησκευτικά». Ξέρει τί κάνει ὁ ἐμπνευσμένος Παπαδιαμάντης. Μὲ τὸ ἔργο του καταξιώνεται ὡς παιδαγωγὸς τοῦ ὀρθόδοξου ἑλληνισμοῦ. Φθάνει μὲ πόνο καὶ ἱερὴ ἀγανάκτηση νὰ γράφει εὑρισκόμενος στὴν Ἀθήνα: «Ἐδῶ θεοποιεῖται φανερὰ ὁ Μαμωνᾶς. Χιλιάκις καλύτερον θὰ ἦτο ἐὰν ὑπῆρχεν ἀκόμη ἡ ἀρχαία ποιητικὴ εἰδωλολατρία. Τώρα ὅμως ἡ πράγματι ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ὁ πλέον ἀκάθαρτος καὶ κτηνώδης ὑλισμός. Μόνον κατὰ πρόσχημα εἶναι ἡ χριστιανοσύνη»! Τί θὰ ἔλεγε σήμερα;

Μίσησε τὸν πλοῦτο καὶ ἀγάπησε τὴν πενία. Ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ εἶχε ποιοῦσε κρυφὰ καὶ τὴν ἐλεημοσύνη. Ἔγραφε αὐτὸ ποὺ ζοῦσε: «Πρέπει νὰ μένῃ τις ἐν τῇ τάξει ἐν ᾗ εὑρέθη ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὅσον ταπεινή, ὅσον πενιχρὰ καὶ ἂν φαίνεται αὕτη· αἱρετωτέρα δὲ ἀείποτε ἡ ἔντιμος εὐτέλεια τῆς ἀδόξου καὶ κομώσης πολυτελείας καὶ τρυφῆς». Ἔζησε καὶ πέθανε φτωχός, σεμνὸς καὶ ταπεινός. Ἐκοιμήθη στὸ ὡραῖο νησί του πρὶν ἑκατὸ χρόνια κι ἕνα μήνα τὰ χαράματα τῆς 3.1.1911, ἀφοῦ μετέλαβε, ψάλλοντας καὶ κλαίγοντας.

Σήμερα οἱ πολλοὶ λογοτέχνες μας, οἱ διανοούμενοι, οἱ δημοσιογράφοι περὶ πολλὰ τυρβάζουν. Ἀρκετοὶ εἰρωνεύονται τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν κακολογοῦν. Τοὺς χαλάει τὰ σχέδια. Ὁ γραικυλισμός, ὁ ἀθεϊσμός, ὁ μηδενισμός, ἡ διαφθορά, ἡ φιλοχρηματία, ἡ φιλοσαρκία καὶ ἡ φιλοδοξία ἐπικρατοῦν καὶ δὲν θέλουν νὰ ἐνοχλοῦνται ἀπὸ φωνὲς ἰσχυρὲς καὶ ἁγνὲς ὡς τοῦ Παπαδιαμάντη, ποὺ ὁ βίος του καὶ τὸ ἔργο του τοὺς ἐλέγχει.

Κοιμήσου κὺρ-Ἀλέξανδρε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ νησιοῦ σου ἥσυχα. Ἔκανες τὸ χρέος σου ὡς Ὀρθόδοξος καὶ ὡς Ἕλληνας. Ἡ ζωή σου καὶ τὸ ἔργο σου φωτίζουν τὸ σκοτάδι. Ἡ Ἑλλάδα ποὺ τόσο πολὺ ἀγάπησες, σκοτισμένη, παγιδευμένη, προδομένη, σαγηνευμένη σὲ ξένες σειρῆνες, πάσχει. Φυλακισμένη στὰ πικρὰ ἀδιέξοδα τοῦ ἀτομισμοῦ, τοῦ ὑλισμοῦ καὶ τοῦ ἀθεϊσμοῦ μελαγχολεῖ καὶ μαραζώνει. Μακάρι οἱ σελίδες τῶν ἔργων σου καὶ τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς σου νὰ γίνουν παράθυρα ἐλευθερίας, γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ σὲ μιὰ ζωὴ χαριτωμένα ἁπλή, γνήσια ταπεινή, ἀληθινὰ μετανοημένη, ἀληθινὰ χριστιανική.

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ἦταν πάντα προσηλωμένος στὴν Ἐκκλησία. Δὲν τὸν κούραζε καὶ δυσκόλευε ποτὲ αὐτὴ ἡ σχέση. Ἦταν ἕνας ἀληθινὸς χριστιανός. Ἦταν ἕνας πιστὸς δοῦλος τοῦ Κυρίου. Ἦταν αὐτὸς ποὺ ἄκουσε ἀπὸ τὴν ἁγία Ἀναστασία «Ὕπαγε, ἀνίατε· ὁ πόνος θὰ εἶναι ἡ ζωή σου...». Μόνο ἕνας γνήσιος χριστιανὸς μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπρόσμενο ἄκουσμα μπορεῖ νὰ γράφει: «Ἠσθανόμην ἀγρίαν χαράν, διότι ἡ Ἁγία δὲν εἶχεν εἰσακούσει τὴν δέησίν μου». Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν εἶναι ἁπλὰ ἕνας ρομαντικὸς νοσταλγὸς μιᾶς περασμένης ὡραίας γραφικότητας ποὺ δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ νοσταλγὸς μίας οὐσιαστικῆς, ἀληθινῆς καὶ καίριας χριστιανικῆς ζωῆς, τὴν ὁποία ἀξίζει ἀγαπητοί μου, νὰ βιώσουμε στὸ ἔπακρον. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν προσέλευσή σας καὶ τὴν προσοχή σας.