Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος - Οἱ παπαδιαμαντικὲς σπουδὲς σήμερα

(Κατὰ τὴν ἀντιφώνηση παραλείφθηκαν μικρὰ τμήματα τῆς ὁμιλίας.)

Παναγιώτατε
Σεβασμιώτατοι
Σεβαστοὶ Πατέρες
Κυρία Ἀντιπρύτανη
Κύριε Κοσμήτορα τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς
Κύριε Πρόεδρε τοῦ Τμήματος Φιλολογίας
Κύριοι Καθηγηταί
Σεβαστέ μου κύριε Κριαρᾶ
Ἀγαπητοὶ φοιτητές καὶ φοιτήτριες
Κυρίες καὶ Κύριοι,

Ψάχνω ἀπόψε νὰ βρῶ τὴ φωνή μου, γιὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν Θεὸ ποὺ ἀξιώθηκα νὰ τιμηθῶ στὴν πόλη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ κλεινοῦ ἑρμηνευτῆ τοῦ Ὁμήρου Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης.

Ἡ τιμὴ ποὺ μοῦ προσγίνεται ἀπὸ τὸ Τμῆμα Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἀνήκει, χωρὶς ἀμφιβολία, ἀλλοῦ. Τοὺς δισταγμούς μου ν᾽ ἀποδεχθῶ τὸν τίτλο τοῦ ἐπίτιμου διδάκτορα, ποὺ ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὸ ὕψος μου, ὑπερνίκησε ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ τιμὴ διαβαίνει κυρίως στὸν Παπαδιαμάντη καὶ κατὰ δεύτερο λόγο στὴ Μέση Ἐκπαίδευση ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχομαι.

Εὐχαριστῶ ἐκ βαθέων τὰ μέλη τῆς Εἰσηγητικῆς Ἐπιτροπῆς, Καθηγήτριες κ. Ἐλισάβετ Τσιριμώκου καὶ κ. Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη καὶ τοὺς Καθηγητὲς κ. Γιῶργο Κεχαγιόγλου καὶ κ. Βασίλειο Κατσαρὸ γιὰ τὴν εὐνοϊκή τους εἰσήγηση, ὅλα τὰ μέλη τοῦ τμήματος ποὺ ψήφισαν ὁμόφωνα τὴν πρόταση, τὸν Πρόεδρο τοῦ Τμήματος Καθηγητὴ κ. Μιχάλη Χρυσανθόπουλο γιὰ τὶς φροντίδες του, καθὼς καὶ τὸν Πρύτανη Καθηγητή κ. Ἰωάννη Μυλόπουλο καὶ τὴ Σύγκλητο τοῦ Πανεπιστημίου ποὺ ἐπικύρωσαν τὴν ἀπόφαση τοῦ Τμήματος.

Τὶς ὀφειλές μου στὴ φιλολογικὴ Θεσσαλονίκη ἀπαρίθμησα τὸ 2011, ὅταν εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσω στὸ Ἀμφιθέατρο τοῦ Πανεπιστημίου γιὰ τὸν μεταφραστὴ Παπαδιαμάντη. Τὶς ἐπανέλαβε ἀπόψε ἡ Καθηγήτρια κ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, τὴν ὁποία διπλὰ εὐχαριστῶ γιὰ τὸν ἔπαινο καὶ τοὺς κόπους στοὺς ὁποίους γιὰ χάρη μου ὑποβλήθηκε. Ἐπαναλαμβάνω μόνο ἕνα ὄνομα, τοῦ Καθηγητῆ κ. Γιώργου Κεχαγιόγλου, γιὰ πολλούς λόγους, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι ὅτι πείθει τὴ συντακτικὴ ἐπιτροπὴ τῶν Ἑλληνικῶν νὰ κρίνει δημοσιεύσιμα τὰ κείμενά μου.

Ὀφείλω νὰ προσθέσω στὸν κατάλογο τῶν εὐχαριστιῶν ἐκείνους ποὺ μοῦ ἔμαθαν ὅσα ἑλληνικὰ γνωρίζω: τοὺς κατοχικούς μου δασκάλους Μαίρη Καλαμπόκα καὶ Σταμάτη Κανάρη τοῦ 7ου Δημοτικοῦ Σχολείου Χαλκίδος, τοὺς φιλολόγους τῶν τότε δύο Γυμνασίων Ἀρρένων τῆς ἴδιας πόλης, τοὺς καθηγητές μου στή Φιλοσοφική Ἀθηνῶν, τὸν πατέρα μου Διονύσιο, φιλόλογο Γυμνασιάρχη, καὶ τὴ μητέρα μου Μαργαρίτα, ἀπόφοιτο τοῦ Δημοτικοῦ, ποὺ μπορεῖ νὰ σημείωνε μονίμως ψιλὴ στὸ ἀρσενικὸ καὶ θηλυκὸ ἄρθρο, ἀλλὰ παρακολουθοῦσε ἄγρυπνα τὴν προκοπὴ στὰ γράμματα τῶν πέντε παιδιῶν της.

Δὲν πρέπει νὰ παραλείψω καὶ τὴ δασκάλα μου τῆς πρώτης τάξης τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Βασιλικῶν Θεσσαλονίκης, τότε ποὺ ὁ πατέρας ὑπηρετοῦσε στὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ τῆς Μονῆς Ἁγίας Ἀναστασίας.

Ὅσοι μὲ εὐεργέτησαν εἶναι πολλοί, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἀναφέρω. Μνημονεύω ὅμως τὸν ἄλλως πως –καὶ ὑπεραυστηρό– δάσκαλό μου, ἀείμνηστο Ζήσιμο Λορεντζάτο καὶ τὴν Κύπρια σύζυγό μου Βικτώρια, ποὺ συμμερίστηκε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ πολλούς παπαδιαμαντικούς κόπους.

Εὐχαριστῶ ἐξίσου θερμὰ καὶ ὅλους ἐσᾶς ποὺ ἡ ἀγάπη σας σᾶς ἔφερε ἀπόψε στὴν αἴθουσα αὐτή, ὅπου κάποτε τιμήθηκε ὁ Γιῶργος Σεφέρης καὶ ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, πράγμα ποὺ μέ κάνει νὰ αἰσθάνομαι ἀκόμη μεγαλύτερο τὸ βάρος τῆς τιμῆς.

Τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας μου ἴσως φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἄμοιρο προπέτειας ἢ τολμηρίας. Καὶ τοῦτο, γιατὶ ἀπὸ τὸ 2005 ὑπάρχει ἡ Εἰσαγωγὴ στὴν Πεζογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη τῆς κ. Γεωργίας Φαρίνου-Μαλαματάρη, ὅπου μιὰ «Μικρὴ εἰσαγωγὴ στὴν πρόσληψη τοῦ Παπαδιαμάντη», ποὺ ἐκτείνεται πάντως σὲ 40 σελίδες, μελετᾶ τὶς τύχες τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου. Πῶς τολμῶ, λοιπόν, νὰ μιλήσω ἀπόψε γιὰ πράγματα ἤδη εἰπωμένα; Πρῶτα πρῶτα, γιατὶ οἱ παπαδιαμαντικὲς σπουδὲς ἔχουν ἀρκετὰ προαχθεῖ ἀπὸ τὸ 2005 ὣς σήμερα. Ὕστερα, γιατὶ τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔτος 2011 δύει πιὰ καὶ ἕνας ἀπολογισμός, σὲ μιὰ περίσταση ὅπως ἡ σημερινή, δὲν εἶναι ἀνάρμοστος. Κυρίως ὅμως ἀποτολμῶ αὐτὴν τὴ συνοπτικότατη ἐπισκόπηση, διότι δὲν ἀφορᾶ καθόλου τὸ πεδίο ποὺ κατεξοχὴν μελέτησε ἡ κ. Φαρίνου, τὴν πρόσληψη δηλαδὴ τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου ἀπὸ τοὺς κριτικοὺς καὶ τοὺς γραμματολόγους. Ἡ ὁμιλία μου περιορίζεται στὴν περιοχὴ τῆς κριτικῆς καὶ τῆς ἐκδοτικῆς τοῦ παπαδιαμαντικοῦ κειμένου, πρωτότυπου καὶ μεταφρασμένου.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει τὸ ἀμφίβολο προνόμιο ν’ ἀνήκει στοὺς συγγραφεῖς ποὺ τὸ ἔργο τους ἀπαιτεῖ κριτικὴ ἔκδοση. Καὶ ἐπειδὴ στὶς μέρες μας τὸ σύνολο σχεδὸν τῶν μελετητῶν παραπέμπει στὸ κείμενο τῆς κριτικῆς ἔκδοσης τοῦ «Δόμου» (1981-1988), τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι ἄν, τριάντα χρόνια μετὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ πρώτου τόμου, ἡ ἔκδοση δὲν ἔχει ἤδη παλαιωθεῖ.

Ὁ Γ. Π. Σαββίδης μᾶς εἶχε ὑπενθυμίσει ὅτι ὁριστικὲς κριτικὲς ἐκδόσεις δὲν ὑπάρχουν –ἀκόμα καὶ ὅταν ὀφείλονται σὲ ἱερὰ τέρατα τῆς φιλολογίας, ἐπιτρέψτε μου νὰ προσθέσω. Δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀποτελέσει ἐξαίρεση ἡ ἔκδοση τοῦ Παπαδιαμάντη. Μολονότι παρέχει κείμενο ἀξιοπιστότερο ἀπὸ ἐκεῖνο τῶν ἄλλων ἐκδόσεων, δὲν λείπουν οἱ ἐσφαλμένες γραφές. Ἐπισημαίνω μόνο δύο ἐδῶ : στὸ διήγημα «Ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι» ἡ παραδεδομένη γραφὴ σποδοβάϊον, ποὺ προσδιόριζε τὸ τρίχωμα ἑνὸς ὀναρίου, θεωρήθηκε ὅτι προῆλθε ἀπὸ παρανάγνωση καὶ γιὰ τοῦτο ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν ἄρρητη λέξη σποδόφαιον. Ἀργότερα ὁ ἐκδότης μεταδιδάχτηκε ὅτι ἡ γραφὴ σποδοβάϊον ἦταν «κρότωνος ὑγιεστέρα», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ μακαρίτη Χ. Χ. Χαριτωνίδη, ὡστόσο στὴν κριτικὴ ἔκδοση παραμένει ἐκείνη ποὺ νοσεῖ. Ἀμετακίνητη ἐπίσης ἔμεινε στὸ διήγημα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» ἡ παρανάγνωση θυσιῶν τοῦ χωρίου «Διὰ δώρων καὶ θυσιῶν ἐζήτει ὁ διώκτης Ἀλέξανδρος νὰ ἑλκύσῃ τὸ παιδίον», παρόλο ποὺ ἀποδείχτηκε ὅτι ἡ ὀρθὴ γραφὴ εἶναι θωπειῶν.

Στὴν κριτική, λοιπόν, ἔκδοση τοῦ «Δόμου», μολονότι οἱ τόμοι της ἀνατυπώνονται, παραμένουν ἐκβλητέες γραφὲς γιὰ λόγους ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθοῦν τώρα.

Τὸ Ἀπάνθισμα διηγημάτων Παπαδιαμάντη («Δόμος», 2001), ὅπου περιλαμβάνονται 40 διηγήματα, παρέχει στερεότερο κείμενο, τὸ ὁποῖο προῆλθε ἀπὸ ἀντιβολὴ τοῦ κειμένου τῆς κριτικῆς ἔκδοσης πρὸς τὶς πρῶτες δημοσιεύσεις. Ἡ Φόνισσα τῶν ἐκδόσεων «Ἰδεόγραμμα» ὑπερέχει ἐπίσης ἀπὸ τὸ ἀντίστοιχο κείμενο τῆς κριτικῆς ἔκδοσης. Τὸ κείμενό της ἐλέγχθηκε μὲ νέα ἀνάγνωση τῆς πρώτης δημοσίευσης τῶν Παναθηναίων.

Συνολικότερα πάντως θεραπεύτηκαν οἱ ἐλλείψεις καὶ οἱ ἀστοχίες τῆς ἔκδοσης «Δόμου» στὴ φετινὴ δεκαπεντάτομη χρηστικὴ ἔκδοση τοῦ Βήματος : ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ὑγιέστερες γραφὲς ποὺ ἔχουν εἰσαχθεῖ στὸ κείμενό της, περιλαμβάνει ἕνα διήγημα, δύο ἄρθρα καὶ τρεῖς ἐπιστολὲς τοῦ Παπαδιαμάντη, ποὺ ἀνακαλύφθηκαν μετὰ τὸ 1988. Τὸ σπουδαιότερο ὅμως πλεονέκτημά της εἶναι ἡ ἐκβολὴ ὀκτὼ ἄρθρων καὶ μιᾶς σειρᾶς τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ποὺ δὲν ἀνήκουν στὸν Παπαδιαμάντη, ὅπως ἤδη ἔχει ἀποδειχθεῖ.

Ὥσπου νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἀναθεωρημένη κριτικὴ ἔκδοση, φρόνιμο εἶναι οἱ μελετητὲς τοῦ Παπαδιαμάντη νὰ συμβουλεύονται καὶ τὸ κείμενο τοῦ Ἀπανθίσματος, τῆς Φόνισσας τοῦ «Ἰδεογράμματος», καὶ τῆς χρηστικῆς ἔκδοσης τοῦ Βήματος.

Δυστυχῶς, ἡ ἔκδοση τοῦ Βαρδιάνου στὰ σπόρκα ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Λίνο Πολίτη (Γαλαξίας, 1965), ποὺ εἶχε χρακτήρα ἑρμηνευτικῆς ἔκδοσης, δὲν βρῆκε συνεχιστές. Γιὰ τὴν ἀνάγκη κανονικῶν ἑρμηνευτικῶν ἐκδόσεων θὰ μιλήσουμε ἀργότερα. Τώρα τονίζω ὅτι τὴν ἀπουσία τους ἀναπληρώνουν σὲ μεγάλο βαθμὸ τὰ ἔργα δύο λογίων Σκιαθιτῶν : Ὁ τετράτομος Σκιάθου λαϊκὸς πολιτισμὸς τοῦ ποτὲ ἱερέως Γεωργίου Α. Ρήγα καὶ τὰ ἐπίσης τετράτομα Σκιαθίτικα τοῦ μακαριστοῦ Ἰω. Ν. Φραγκούλα, διδάκτορος τῆς θεολογίας. Στὸν Φραγκούλα χρωστᾶμε καὶ τὴν «Παπαδιαμαντικὴ σκιαθίτικη προσωπογραφία», ποὺ περιλαμβάνεται στὸ βιβλίο του Ἀνερεύνητες πτυχὲς τῆς ζωῆς τοῦ Ἀλέξ. Παπαδιαμάντη (Ἰωλκός, 2002).

Μελετήματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν κριτικὴ τοῦ παπαδιαμαντικοῦ κειμένου, τὰ realia του, τὰ λεξιλογικὰ καὶ λεξικολογικὰ του, κλπ. φιλοξενοῦνται πρόθυμα σὲ περιοδικὰ ὅπως τὰ Ἑλληνικά, Ἡ Μελέτη τοῦ ΣΩΒ, τὰ Μικροφιλολογικὰ τῆς Λευκωσίας, ἡ Νέα Ἑστία καὶ ἄλλα. Ἀποκλειστικὰ ἀφιερωμένα στὶς παπαδιαμαντικὲς –καὶ τὶς μωραϊτιδικές– σπουδὲς εἶναι τὰ Παπαδιαμαντικὰ Τετράδια, ποὺ μὲ τὸ 10ο τεῦχος τους, μᾶλλον κύκνειο, θὰ κλείσουν τοῦ χρόνου εἴκοσι χρόνια βίου μὲ ἐνεργητικὸ περίπου 1800 σελίδων.

(Ἡ συζήτηση πάντως γιὰ τὸ θέμα τῶν φορέων τοῦ παπαδιαμαντικοῦ κειμένου, ἀρκετὰ ὀξεία παλαιότερα, ἔχει ἀτονήσει. Θὰ ἀνανεωνόταν πιθανῶς, ἂν εἶχε γίνει στὸ πρόσφατο Συνέδριο γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη ἡ προαναγγελμένη εἰσήγηση τοῦ Γ. Α. Χριστοδούλου «Ἐκδίδοντας Παπαδιαμάντη. “Τὸ πνίξιμο τοῦ παιδιοῦ”, “Τὸ Γιαλόξυλο”, “Ὁ Ἀλιβάνιστος”, “Ὁλόγυρα στὴ λίμνη”. Ἐμπειρίες ἀπὸ ἕνα πανεπιστημιακὸ φροντιστήριο καὶ μιὰ ἄγνωστη δημοσίευση». Δὲν ἔγινε, καὶ δὲν γνωρίζουμε ἂν ὑποστηρίζεται ἀκόμη ἡ ἄποψη ὅτι οἱ ἀναδημοσιεύσεις τῶν παπαδιαμαντικῶν κειμένων σὲ περιοδικά, ὅσο ζοῦσε ὁ Παπαδιαμάντης, σώζουν διορθώσεις καὶ μεταβολὲς τοῦ ἴδιου τοῦ συγγραφέα.)

Στὸ φετινὸ Γ΄ Διεθνὲς Συνέδριο γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη τὸ κεντρικὸ θέμα ἦταν : «Παπαδιαμάντης μεταφράζων καὶ μεταφραζόμενος». Πόσο οἱ εἰσηγήσεις προήγαγαν τὶς σχετικὲς σπουδὲς θὰ διαπιστωθεῖ ὁριστικότερα ὅταν ἐκδοθοῦν καὶ μελετηθοῦν τὰ Πρακτικά. Τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι ἔχει αὐξηθεῖ κατακόρυφα ὁ ἀριθμὸς τῶν μελετητῶν τοῦ μεταφραστικοῦ ἔργου τοῦ Παπαδιαμάντη.

Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν παπαδιαμαντικῶν Ἁπάντων ἀπὸ τὸν Γ. Βαλέτα (1955) ἡ συζήτηση γιὰ τὴν καθαρὰ φιλολογικὴ πλευρὰ τοῦ θέματος «Ὁ μεταφραστὴς Παπαδιαμάντης» εἶχε οὐσιαστικὰ διακοπεῖ καὶ ἄρχισε νὰ ἀναρριπίζεται στὰ μέσα περίπου τῆς δεκαετίας τοῦ 1980. Οἱ σχετικὲς σπουδὲς προωθήθηκαν μὲ διαρκῶς ἐπιταχυνόμενο ρυθμὸ ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐπανέκδοση τοῦ Ταρταρίνου τοῦ ἐκ Ταρασκῶνος τοῦ Ἀλφ. Ντωντὲ (1989) καὶ τοῦ Ἐγκλήματος καὶ τῆς Τιμωρίας (1992). Προχώρησαν ἁλματωδῶς κατὰ τὴν πρώτη δεκαετία τοῦ αἰώνα μας.

Τὸ μεῖζον πρόβλημα στὴν περιοχὴ αὐτὴ εἶναι ὁ ἐντοπισμὸς μεταφράσεων ποὺ ἐνδέχεται νὰ εἶναι παπαδιαμαντικὲς καὶ ἡ ἐξακρίβωση τῆς πατρότητάς τους. Τὸ πρόβλημα, ποὺ ὀρθὰ παρέκαμψε ὁ βιβλιογράφος Γ. Κ. Κατσίμπαλης, ἐπιδεινώθηκε μὲ τὸν μεγάλο κατάλογο τῶν μεταφράσεων, ποὺ ὁ Γ. Βαλέτας ἰσχυρίστηκε ὅτι εἶναι παπαδιαμαντικὲς στὸ βιβλίο του Ὁ Παπαδιαμάντης (Μυτιλήνη, 1940). Μοναδικὸ κριτήριο τῆς πατρότητάς τους ἦταν γιὰ τὸν συντάκτη τοῦ καταλόγου τὸ χρονικὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Παπαδιαμάντης ἐργάστηκε στὴ μιὰ ἢ στὴν ἄλλη ἐφημερίδα. Πόσο ἐπισφαλὴς –σήμερα ἀποδεδειγμένα διάτρητος– ἦταν ὁ κατάλογος ἐπεσήμανε ἀμέσως ὁ Γ. Ι. Φουσάρας καὶ ἄλλοι ἀργότερα.

Ἦταν, λοιπόν, ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ θεσπιστοῦν ἀσφαλέστερα κριτήρια πού, κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν ἀρχαίων καὶ νεώτερων φιλολόγων, θὰ βασίζονταν στὸ κείμενο τῶν μεταφράσεων. Τὰ ἐνδοκειμενικὰ τεκμήρια –κυρίως γλωσσικὰ καὶ ὑφολογικά– ἐντοπίστηκαν μὲ κόπο καὶ σὲ μακρὺ διάστημα χρόνου καὶ κωδικοποιήθηκαν στὸ ἐκτενὲς μελέτημα «Τεκμήρια γιὰ τὴν παπαδιαμαντικὴ πατρότητα ἀνυπόγραφων μεταφράσεων» (2006). Μὲ τὸ ἴδιο μελέτημα ἀποδίδονται στὸν Παπαδιαμάντη 42 μεταφράσεις τῆς Ἐφημερίδος τοῦ Κορομηλᾶ, τῆς Ἀκροπόλεως, τοῦ περ. Τὸ Νέον Πνεῦμα τοῦ Βλ. Γαβριηλίδη, τῶν ἐκδοτικῶν Καταστημάτων τῆς Ἀκροπόλεως, τοῦ Ἄστεως καὶ τοῦ Νέου Ἄστεως, ἀπὸ τὶς ὁποῖες οἱ περισσότερες ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστες στὴ βιβλιογραφία. Στὸ μελέτημα παρατίθενται ἀναλυτικὰ καὶ σχολιάζονται ποικιλοτρόπως τὰ τεκμήρια 27 μεταφράσεων.

Ἔκτοτε ἀνακαλύφθηκαν καὶ ἄλλες. Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες εἶναι οἱ μεταφράσεις ἐκτενῶν ἀνταποκρίσεων ἀπὸ τὸν Ἑλληνοτουρκικὸ πόλεμο τοῦ 1897, δημοσιευμένων στὸν ἀγγλικὸ κυρίως Τύπο.

Παράλληλη πορεία μὲ τὶς ἔρευνες αὐτὲς εἶχαν καὶ οἱ προσπάθειες νὰ δοῦν τὸ φῶς σημαντικὲς μεταφράσεις, φιλολογικὰ φροντισμένες. Τὰ ἐκδοτικὰ προβλήματα τῶν παπαδιαμαντικῶν μεταφράσεων εἶναι παρόμοια μὲ ἐκεῖνα τοῦ πρωτότυπου ἔργου του. Ὑπάρχει βέβαια ἡ ἀρωγὴ τοῦ ξένου κειμένου ὅταν ἀντιμετωπίζονται φθορὲς στὸ ἑλληνικό, ἐντούτοις δίκαια θὰ χαρακτηρίζονταν κριτικὲς οἱ ἐκδόσεις τοῦ Βίου τοῦ Χριστοῦ τοῦ Φρ. Φάρραρ καὶ τῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Φίνλεϋ, ἔστω καὶ ἂν ἡ δεύτερη ἔγινε ἀπὸ τὰ παπαδιαμανικὰ χειρόγραφα.

Οἱ μικρὲς καὶ μεγάλες παγίδες ποὺ κρύβει μιὰ ἔκδοση ἢ ἐπανέκδοση παπαδιαμαντικῆς μετάφρασης ἐπισημάνθηκαν στὴ βιβλιοκρισία γιὰ τὴν ἐπανέκδοση τοῦ Ἰατροῦ Ραμὼ τοῦ Ὀνέ. Πάντως οἱ περισσότερες ἀπὸ τὶς ἐκδεδομένες ὕστερα ἀπὸ τὸ 1989 μεταφράσεις παρέχουν κείμενο ἀξιόπιστο καὶ συνοδεύονται, ἰδίως οἱ μείζονες, ἀπὸ τὴν ἀναγκαία φιλολογικὴ σκευή.

Ἡ σκοτεινὴ καὶ ναρκοθετημένη περιοχὴ τῶν παπαδιαμαντικῶν μεταφράσεων ὁλοένα φωτίζεται καὶ ἐκκαθαρίζεται στὰ τελευταῖα εἰκοσιπέντε χρόνια. Εἶναι σημαντικὸ γιὰ τὴ νεοελληνικὴ φιλολογία ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ φιλοπαπαδιαμαντικὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ τὸ ὅτι εἶναι προσιτὲς πιὰ ἀρκετὲς ἀπὸ τὶς καλύτερες μεταφράσεις τοῦ ἐπαγγελματία μεταφραστῆ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ, τὴν ἀναγκαστικὰ συνοπτικὴ καὶ ἐλλιπὴ, ἐπισκόπηση θὰ ἐπισημάνω μερικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ θεωρῶ ὡς σημαντικὰ ζητούμενα τῶν παπαδιαμαντικῶν σπουδῶν.

Τὸ πρῶτο ζητούμενο εἶναι μιὰ κριτικὴ ἔκδοση πλήρως ἀναθεωρημένη. Ἡ ἀναθεώρηση προϋποθέτει ἐξυπαρχῆς ἀντιβολὴ τοῦ κειμένου τῆς ἔκδοσης «Δόμου» μὲ τὸ κείμενο τῶν πρώτων δημοσιεύσεων –καὶ τῶν αὐτογράφων, ἀσφαλῶς, ὅταν σώζονται–, καὶ συχνὴ προσφυγή, κυρίως γιὰ τὸν καταρτισμὸ τοῦ κριτικοῦ ὑπομνήματος, σὲ ἄλλες ἐκδόσεις Ἁπάντων. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς φροντίδες γιὰ τὸ νέο κείμενο, πρέπει νὰ ἐκσυγχρονιστεῖ τὸ κριτικὸ ὑπόμνημα, νὰ συμπληρωθεῖ τὸ ὑπόμνημα πηγῶν, νὰ ἀνασυνταχθοῦν ριζικὰ τὰ βιβλιογραφικὰ ὑπομνήματα, νὰ ἀνανεωθεῖ ἡ γενικὴ βιβλιογραφία, νὰ διορθωθεῖ καὶ νὰ ἐμπλουτισθεῖ τὸ γλωσσάριο καὶ νὰ συνταχθοῦν προσεκτικότερα οἱ πίνακες κυρίων ὀνομάτων καὶ τοπωνυμιῶν. Ἕνα παράδειγμα : στὰ βιβλιογραφικὰ ὑπομνήματα τῆς «Γλυκοφιλούσης» καὶ τοῦ Βαρδιάνου στὰ σπόρκα πρέπει νὰ παρατεθοῦν ἀντιστοίχως δύο ἀρθρίδια ἀπὸ τὴ στήλη «Νέα καὶ περίεργα» τῆς Ἀκροπόλεως, μεταφρασμένα καὶ διασκευασμένα ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη. Τὰ ἀρθρίδια ἔχουν δημοσιευτεῖ πολὺ νωρίτερα ἀπὸ τὰ δύο διηγήματα· καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀφορᾶ τὸν Βαρδιάνο δείχνει ἀπὸ τί λογῆς ἀφορμὲς γεννιέται ἡ παπαδιαμαντικὴ διηγηματογραφία, ἐνῶ τὸ σχετικὸ μὲ τὴ «Γλυκοφιλοῦσα» ἀναιρεῖ μιὰ φαντασιώδη ἑρμηνεία οὐσιώδους μέρους τοῦ διηγήματος.

Ἀπὸ τὸν φιλόλογο ποὺ θὰ ἐπωμιστεῖ τὴν ἐπίμοχθη ἀναθεωρημένη ἔκδοση προαπαιτοῦνται, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὰ ἑξῆς : νὰ μελετήσει ἐπισταμένως τὸ μεταφραστικὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, νὰ διεξέλθει προσεκτικὰ τὰ αὐτόγραφά του, νὰ καταφάγει τὸν Σκιάθου λαϊκὸ πολιτισμὸ τοῦ Ρήγα καὶ τὴν «Παπαδιαμαντικὴ σκιαθίτικη προσωπογραφία», τουλάχιστον, τοῦ Φραγκούλα, νὰ γνωρίζει τί ἔχει γραφτεῖ μετὰ τὸ 1988 σχετικὰ μὲ τὰ προβλήματα παράδοσης, κριτικῆς καὶ ἑρμηνείας τοῦ παπαδιαμαντικοῦ κειμένου καὶ νὰ διαθέτει ἐπαρκὴ γνώση τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας.

Τὰ προαπαιτούμενα ἴσως φαίνονται ὑπερβολικά. Δὲν εἶναι καὶ θὰ τὸ πιστοποιήσουν μερικὰ παραδείγματα. Ἔτσι, στὸ χωρίο «καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας, τερπνοτέρας, ἀφοσιοτέρας ἀναγνώσεως» τοῦ διηγήματος «Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο» ἡ λέξη ἀφοσιοτέρας ἔχει τεθεῖ μεταξὺ σταυρῶν στὴν κριτικὴ ἔκδοση ὡς locus desperatus. Ὡστόσο ἀργότερα ἡ δυσίατη γραφὴ θεραπεύτηκε χάρη στὸ κείμενο «Ὁποῖον τὸ Σικάγον» τοῦ Ἀλεξάνδρου Κρέϊβ, δημοσιευμένο στὸ Νέον Πνεῦμα καὶ μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη. Ἐκεῖ διαβάζουμε : «καὶ τὰ παιδία εὑρίσκουσι τὴν κατ’ οἶκον μελέτην ἀκοπωτέραν, εὐκολωτέραν καὶ τερπνοτέραν». Ἡ ὀρθὴ γραφὴ εἶναι ἀκοπωτέραν καὶ αὐτὴ ὑπάρχει στὸ Ἀπάνθισμα καὶ τὴν χρηστικὴ ἔκδοση τοῦ Βήματος.

Ἀπὸ τὶς μεταφράσεις θὰ διδαχθεῖ ἐπίσης ὁ μελλοντικὸς ἐκδότης ὅτι ἡ γραφὴ ἀτέραμνος (ὁ οὐρανὸς) στὸ παπαδιαμαντικὸ ποίημα «Ἐράνισμα ψαλμῶν» πρέπει νὰ μὴν μετακινηθεῖ, ἔστω καὶ ἂν τὰ ἑλληνικὰ λεξικὰ δὲν παρέχουν τὴ σημασία ποὺ προσδίδει στὴ λέξη ὁ Παπαδιαμάντης. Ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται καὶ ἀπὸ τὸν μεταφραστὴ Παπαδιαμάντη, πάντοτε μὲ τὴ σημασία «ἀπέραντος».

Ἡ ἀνάγνωση ἐξάλλου τῶν χειρογράφων διδάσκει ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης γράφει ἐνίοτε ἀπΈλαυσε καὶ συχνότερα ἀπΉλαυσε καὶ ἄρα ἡ χειρόγραφη μαρτυρία τῆς διτυπίας –καὶ ἄπειρων ἄλλων διτυπιῶν– δὲν ἐπιτρέπει στὸν ἐκδότη νὰ προκρίνει παντοῦ τὴν ὀρθὴ συλλαβικὴ αὔξηση. Ἡ γνώση ἐπίσης τῶν συμπλεγμάτων τῆς παπαδιαμαντικῆς γραφῆς –ἐννοῶ τὸν γραφικὸ χαρακτήρα– ἐξηγεῖ γιατὶ σὲ παλιὲς ἐκδόσεις διαβάζουμε ἄλλος ἀντὶ ἄλγοςπιστὰ ἀντὶ πιοτὰ κλπ.

Σκιάθου λαϊκὸς πολιτισμὸς ἀπαγορεύεται νὰ μὴ βρίσκεται μόνιμα στὸ γραφεῖο ἑνὸς ἐκδότη τοῦ Παπαδιαμάντη. Διαφορετικὰ διατρέχει τὸν κίνδυνο νὰ ἑρμηνεύσει τὸ χαρένιο φουστάνι ὡς «φουστάνι τῆς χαρᾶς» ἢ νὰ παραδιορθώσει στὸ παιχνίδι «δῶ μ’ φωτίτσα», ποὺ μνημονεύεται στὸν «Ἔρωτα-ἥρωα», τὸ ὑποκοριστικὸ ἐπίρρημα παραπΑνίτσα σὲ παραπΟνίτσα.

Πόσο ἀπαραίτητη εἶναι ἡ, στοιχειώδης ἔστω, γνώση τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας μαρτυροῦν τὰ παρακεκομμένα καὶ ἀποφώλια παλαιοτέρων πρώτων δημοσιεύσεων καὶ ἐκδόσεων ἐν τάχῳ ἀντὶ ἐν τάφῳ, ἔτη νεότητός μου ἀντὶ ἐκ νεότητός μου, καταρτίσω αἶνον ἀντὶ κατΗρτίσω καὶ πάμπολλα παρόμοια.

Ἡ editio altera correctior ἀπαιτεῖ πνεύμονες ἑνὸς μαραθωνοδρόμου κλάσεως καὶ ἔρωτα μανικόν.

Μοῦ ζητήθηκε φέτος ἀπὸ τὸν Στρατῆ Πασχάλη, ποὺ διεσκεύασε γιὰ τὸ θέατρο τὴ Φόνισσα, καὶ ἀπὸ τὸν π. Λάμπρο Καμπερίδη, ποὺ ἐποπτεύει μιὰ μετάφρασή της στὰ ἀγγλικά, νὰ τοὺς πληροφορήσω τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ κνήμη τοῦ Ἕλληνος γίγαντος καὶ τὸ τεράστιο τσαρούχι του στὸν σκοτεινὸ πυλώνα τοῦ φρουρίου τῆς Χαλκίδας. Τὸ ἐρώτημα μᾶς φέρνει στὸ δεύτερο ζητούμενο, τὶς ἑρμηνευτικὲς ἐκδόσεις.

Ἐπειδὴ εἶναι ἀνέφικτη ἡ σύνταξη ἑνὸς Ὑπομνήματος στὸν Παπαδιαμάντη, παρόμοιου μὲ τὸ τετράτομο τοῦ Θουκυδίδη ἢ τὸ τρίτομο τοῦ Πολύβιου, θὰ χρειαστοῦμε ἑρμηνευτικὲς ἐκδόσεις τῆς Φόνισσας καὶ τῶν Ρόδινων ἀκρογιαλιῶν, ἀργότερα τῶν μυθιστορημάτων καὶ τῶν ἐκτενέστερων διηγημάτων. Πρὸς τὸ παρὸν ἐπείγει μία χρηστικὴ –τονίζω τὸν χαρακτήρα της– τῆς Φόνισσας, ποὺ θὰ παραμερίσει εὔτολμα τὴ συζήτηση μὲ τὶς ἀπειράριθμες ἑρμηνεῖες τοῦ ἔργου καὶ θὰ περιοριστεῖ στὰ ποικίλα πραγματικὰ ἢ πραγματολογικὰ (realia) τοῦ κειμένου, ὅπου περιλαμβάνω τὰ testimonia, τὶς ἐνδεχόμενες μιμήσεις, τὶς ἐπιδράσεις κλπ. Μακάρι οἱ σύνεδροι τοῦ Δ΄ Συνεδρίου τοῦ 2021 νὰ ἔχουν μιὰ τέτοια ἔκδοση στὰ χέρια τους.

Παρὰ τὶς φιλότιμες προσπάθειες τοῦ μακαρίτη Χρήστου Β. Χειμώνα, Σκιαθίτη, παρὰ τὰ πλούσια κοιτάσματα τῆς πολύτιμης διατριβῆς τῆς Σοφίας Μπόρα γιὰ τὴν πρόσληψη τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου ἀπὸ τὸ 1879 ἕως τὸ 1961, καὶ παρὰ τὶς σχετικὲς σελίδες τῶν Παπαδιαμαντικῶν Τετραδίων, στὶς παπαδιαμαντικὲς σπουδὲς ὑπάρχει ἕνα μεγάλο βιβλιογραφικὸ κενὸ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κατσίμπαλη καὶ πέρα. (Ὁ Βαλέτας εἶχε συγκεντρώσει πολὺ ὑλικό, ἀλλὰ ἡ παρεχόμενη στὰ Ἅπαντα βιβλιογραφία ἔχει τὴ μορφὴ λίθων, πλίνθων καὶ κεράμων ἀτάκτως ἐρριμμένων).

Μόνο ἕνα ἵδρυμα ἢ κάποιο πανεπιστήμιο θὰ μποροῦσε ν’ ἀναλάβει τὴ σύνταξη μιᾶς γενικῆς παπαδιαμαντικῆς βιβλιογραφίας, ἀλλὰ θὰ ἤμουν προσωπικὰ εὐγνώμων στὸν βιβλιογράφο ποὺ θὰ ἀποφάσιζε νὰ συντάξει ἕνα τμῆμα τῆς Ἐργογραφίας Παπαδιαμάντη : Ἅπαντα, μεμονωμένα ἔργα, μεταφράσεις καμωμένες ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ μεταφράσεις ἔργων του σὲ ξένες γλῶσσες. Γιὰ νὰ ξέρουμε λιγάκι, σὲ ποιὰ θάλασσα ἀρμενίζουμε. Εἶμαι πρόθυμος νὰ κάνω καὶ ἄλλο σκόντο : ἂς βρεθεῖ κάποιος νὰ μᾶς δώσει μιὰ πλήρη βιβλιογραφία τῆς Φόνισσας.

Μὲ ἄκρα συντομία τρία ἀκόμη desiderata. Πρῶτο ἡ «Παπαδιαμαντικὴ ἀθηναϊκὴ προσωπογραφία», συμπλήρωμα ἀπαραίτητο τῆς «σκιαθίτικης» τοῦ Φραγκούλα. Ἡ σημασία της καταφαίνεται ἀπὸ τὶς δύο ἐξαίρετες προσωπογραφικὲς μελέτες τοῦ Λάμπρου Βαρελᾶ γιὰ τὸν «Ζ. τῆς Ἐφημερίδος» καὶ τὸν «σοφὸν ἐπικριτὴν» τοῦ «Λαμπριάτικου Ψάλτη».

Δεύτερο, ἡ συστηματικὴ μελέτη τοῦ θησαυροῦ τῆς παπαδιαμαντικῆς γλώσσας. Ἕνα Παπαδιαμαντικὸ Λεξικό, ποὺ ὑποχρεωτικὰ θὰ περιλαμβάνει καὶ τὸ γλωσσικὸ ὑλικὸ τῶν μεταφράσεων, ἴσως εἶναι οὐτοπία δεινότερη ἀπὸ τὸ Ἑρμηνευτικὸ Ὑπόμνημα. Ἐντούτοις δὲν εἶναι ἀκατόρθωτη, ἐλπίζω, μιὰ Συναγωγὴ λέξεων πλασμένων ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη, λέξεων ἰδιωματικῶν καὶ λέξεων ποὺ ἀποκλίνουν ἰδιαζόντως ἀπὸ τὴν κοινὴ χρήση. Ἐντωμεταξὺ τίποτε δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ μελετοῦμε τὴν παπαδιαμαντικὴ λέξιν. Συμβολὲς πολὺ ἀξιόλογες πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ ἀποτελοῦν οἱ σχετικὲς μελέτες τοῦ ἀείμνηστου Τάσου Α. Καραναστάση, ποὺ περιλαμβάνονται στὸ μεταθανάτιο βιβλίο του Μεσαιωνικὰ καὶ νεοελληνικὰ σημειώματα (2010), καθὼς καὶ ἐκεῖνες τοῦ Θανάση Νάκα, στὸν ὁποῖο ὀφείλουμε κατὰ μέγα μέρος τὸν ψηφιακὸ δίσκο τῶν Ἁπάντων Παπαδιαμάντη, ἐργαλεῖο πολύτιμο γιὰ τὶς λεξικολογικὲς ἔρευνες.

Ἡ σύνταξη μιᾶς συναγωγῆς θὰ ἀποσαθρώσει ἐντελῶς τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης, πλάστης λέξεων ὅπως ἡ πανδέγμων (θάλασσα), ὁ κυλινδηθμὸς (τῶν κυμάτων), οἱ κυνέρωτες, καὶ αἱ μαλθάκαι, χρησιμοποιεῖ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τὴν ἑλληνική.

Τρίτο ζητούμενο εἶναι ἕνας κατάλογος μὲ τὶς ἀποδεδειγμένα βέβαιες παπαδιαμαντικὲς μεταφράσεις καὶ ἕνας μὲ τὶς ἀμφίβολες (dubiae). Οἱ ὑπάρχοντες εἶναι ἀνεπαρκεῖς καὶ παραπλανητικοί. Ἴσως χρειάζεται καὶ ἕνας τρίτος μὲ τὶς ἀποδεδειγμένα ἐπίσης νόθες (spuriae), γιὰ νὰ ἐξουδετερώνει τοὺς κινδύνους ποὺ ἐγκυμονοῦν οἱ σημερινοὶ κατάλογοι.

Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑπομονὴ μὲ τὴν ὁποία ἀκούσατε αὐτὰ τὰ κατάξηρα, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ παραχωρήσετε ἀκόμα τρία λεπτά. Φέτος τιμοῦμε κυρίως τὸν μεταφραστὴ Παπαδιαμάντη καὶ σωστὸ εἶναι ἡ ὁμιλία νὰ κλείσει μὲ τὸν ἦχο τῆς μεταφραστικῆς του φωνῆς. Θὰ σᾶς διαβάσω λίγες ἀράδες ἀπὸ τὸ κεφάλαιο γιὰ τὴ δεύτερη πολιορκία τοῦ Μεσολογγίου τῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Γόρδωνος. Τὶς βλέπω σὰν μιὰ κλωστὴ ποὺ τεντώνεται γιὰ νὰ ἑνώσει τὸν πένητα Ἀσπροθαλασσίτη πεζογράφο μὲ τὸν κόμητα Ἰόνιο ποιητή.

«Περικυκλωμένοι ἐπὶ δέκα μῆνας, περιερχόμενοι συχνὰ εἰς ἀκμὴν νὰ λιμοκτονήσωσι, ἀραιωθέντες ἀπὸ τὸν κάματον, τὰς ἀγρυπνίας καὶ τὰ τραύματα, εἶχον θάψει ἤδη 1500 στρατιώτας· ἡ πόλις ἦτο εἰς ἐρείπια, καὶ ἔζων μεταξὺ τῆς λάσπης καὶ τοῦ νεροῦ τῶν λάκκων των, ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν δριμύτητα σφοδροῦ χειμῶνος, γυμνόποδες καὶ ῥακένδυτοι. Ἐφ’ ὅσον ἡ θέα ἔφθανε πόρρω ἀνὰ τὰ κύματα, ἔβλεπον μόνον Τουρκικὰς σημαίας· ἡ πεδιὰς ἦτο κεκαλυμμένη ἀπὸ Μουσουλμανικὰς σκηνὰς καὶ μπαϊράκια· καὶ ἡ βαθμιαία ἐμφάνισις νέων κανονιοστοιχιῶν ἐπιδεξιώτερον τοποθετημένων, αἱ σκοπιαὶ τῶν Ἀράβων, καὶ ὁ κρότος πριόνων καὶ σφυρῶν εἰς Ἄσπρην Ἁλυκήν, ὅπου ἔκειντο τὰ ναυάγια τῶν κανονιοφόρων τοῦ Γιουσούφ, ἔδιδον φοβερὰ προαγγέλματα. Καὶ ὅμως αὐτοὶ οἱ ἀνδρεῖοι Ἀκαρνᾶνες, Αἰτωλοὶ καὶ Ἠπειρῶται οὐδέποτε πρὸς στιγμὴν ἐκλονήθησαν· οὔτε ἰδέα λιποψυχίας διῆλθε τὸ πνεῦμά των· ἐτήρουν τὸ μέτωπον τόσον τολμηρὸν ὅσον εἰς ὥρας πανηγύρεων, καὶ ἀπέπτυον νὰ προφέρωσι καὶ τὴν λέξιν παράδοσις».

Μολονότι ἡ νύχτα ἔχει ἀκόμη πολλὲς ὧρες ἐμπρός της, τὸ πολιορκημένο Ἁλωνάκι μοῦ δίνει τὸ θάρρος νὰ σᾶς ἀποχαιρετίσω μὲ τὴν εὐχὴ καλημέρα!

Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος