Τάσος Ζαννής - Ὁ γάμος τοῦ Καραχμέτη ἢ Τὸ συναξάρι μίας ἁγίας συζύγου

δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Σύναξη τ.26

Ἄν μοῦ ζητοῦσαν νὰ δώσω μὲ δύο λέξεις τὸ νόημα καὶ τὸ μήνυμα τοῦ διηγήματος τοῦ Παπαδιαμάντη «Ὁ Γάμος τοῦ Καραχμέτη», θὰ ἔλεγα ὅτι τὸ διήγημα αὐτὸ εἶναι τὸ συναξάρι μίας Ἁγίας Συζύγου. Τοῦτο ὅμως μὲ ὑποχρεώνει νὰ δώσω μίαν ἐξήγηση τοῦ ὅρου «συναξάρι».

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας βρίσκεται διατυπωμένη στὶς Γραφὲς καὶ στὰ κείμενα τῶν Πατέρων. Αὐτὴ ἡ διδασκαλία, ὅμως, ὅσο κι ἂν εἶναι τέλεια διατυπωμένη, θὰ ἐκινδύνευε νὰ παραμείνει ἀνενέργητη ὑψηλὴ θεωρία, ἂν δὲν ὑπῆρχαν τὰ παραδείγματα τῶν Ἁγίων, ποὺ μᾶς δείχνουν τὸν τρόπο - ἢ μᾶλλον τὴν ἀπέραντη ποικιλία τῶν τρόπων- καθὼς καὶ τὸ μέτρο, κατὰ τὸ ὁποῖο εἶναι δυνατὸν νὰ βιωθεῖ ἡ διδασκαλία αὐτή. Αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς τρόπους κι αὐτὸ τὸ μέτρο τὰ βρίσκουμε στὶς γραπτὲς διηγήσεις γιὰ τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, ποὺ ἀποτελοῦν τὰ συναξάρια. Ἀλλὰ ἕνα συναξάρι δὲν εἶναι μία ἱστορικὴ βιογραφία, ὅπως ἀκριβῶς μία βυζαντινὴ εἰκόνα ἑνὸς Ἁγίου δὲν εἶναι τὸ πορτραῖτο του. Τὸ συναξάρι εἶναι μία διήγηση ποὺ προσπαθεῖ νὰ μᾶς κάνει καταληπτὸ τὸ πέρασμα ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ φυσικὴ ζωὴ στὴ ζωὴ τῆς ἁγιότητας, τὴ μεταμόρφωση τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου» σὲ ἄνθρωπο ποὺ μετέχει ἀπὸ τώρα στὴν «καινὴ κτίση». Τὰ συναξάρια τῶν Ἁγίων, παρὰ τὸ ἁπλοϊκό τους ὕφος, κλείνουν τόσο βάθος καὶ τόση ἀληθινὴ σοφία, ὥστε διαβάζοντας τα νοιώθει κανεὶς τὴ δροσιὰ τοῦ Θαβωρείου Ὄρους καὶ τὶς ἀνταύγειες τοῦ φωτὸς τῆς Μεταμορφώσεως.

Ἀκριβῶς τὸ αἴσθημα αὐτὸ εἶχα κι ἐγὼ ὅταν διάβασα τὸ διήγημα «Ὁ γάμος τοῦ Καραχμέτη», γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ χαρακτήρισα αὐθόρμητα σὰν συναξάρι, μιὰ καὶ ἀναφέρεται σὲ πρόσωπα ποὺ ἔζησαν πραγματικά.

Τὸ διήγημα κινεῖται σὲ δύο διαφορετικὰ ἐπίπεδα. Τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτά, στὸ ὁποῖο κυριαρχεῖ ἢ μορφὴ τοῦ Κουμπῆ, εἶναι τὸ ἐπίπεδο τοῦ «φυσικοῦ κόσμου», ὅπως διαμορφώθηκε μετὰ τὴν Πτώση. Ὁ Κουμπὴς εἶναι ὁ «φυσικὸς ἄνθρωπος», ποὺ κινεῖται ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἐπιθυμία σ ἕναν ἀπελπισμένο ἀγώνα ἐπιβίωσης: πασχίζει ν᾿ ἀποχτήσει παιδιά, νὰ ἐξασφαλίσει αὐτὴ τὴ δυναμικὴ ἔκφραση ἀθανασίας, παρατείνοντας τὴ βιολογική του συνέχεια πάνω στὴ γῆ.

Γνώριμα σχήματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ εἶναι οἱ διάφοροι κοινωνικοὶ καὶ θρησκευτικοὶ θεσμοί, οἱ «δερμάτινοι χιτῶνες», ποὺ δόθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ στὸν ἐξόριστο ἄνθρωπο σὰν ἐφόδια, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐπιβιώσει στὴν περιπλάνησή του μέσα στὴν ἔρημο τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ σὰν βοήθεια γιὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ὁ Κουμπὴς τρέφει βαθύτατο σεβασμὸ στὰ θρησκευτικὰ καὶ κοινωνικὰ σχήματα: τρέμει τὴν καταδίκη τοῦ μοιχοῦ, ἀπορρίπτει τὴν παράνομη συμβίωση, κάνει τὸ πᾶν γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία του κάτω ἀπὸ τὸ κάλυμμα κάποιας νομιμότητας. Ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν τὸν σώζουν, γιατὶ αὐτονομεῖ τὴν ἐπιθυμία του, καὶ ἡ αὐτονομία, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τῆς ἁμαρτίας, ὁδηγεῖ ἀναπότρεπτα στὸ θάνατο.

Ἡ ἐτυμηγορία τοῦ χωρίου, δηλαδὴ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι κατηγορηματική: «Ἔκτοτε ὁ Κουμπὴς ὠνομάσθη ἀπ᾿ ὅλον τὸ χωρίον Καραχμέτης...» Τὸ ὄνομα Καραχμέτης εἶναι τούρκικο, μὴ χριστιανικό. Ἢ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματος δὲν εἶναι ἁπλῶς συμβολική, σημαίνει ὅτι ἡ κοινότητα δὲν τὸν δέχεται πιὰ σὰν οἰκεῖο πρόσωπο καὶ τὸν εἰδοποιεῖ ὅτι βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχὴ μέσα στὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ δρόμος πρὸς τὴ Ζωή.

Γιὰ νὰ φτάσουμε στὸ ἄλλο ἐπίπεδο, στὸ ὁποῖο κινεῖται ἡ Σεραϊνώ, πρέπει νὰ παραιτηθοῦμε ἀπὸ κάθε προσπάθεια ψυχολογικῆς ἑρμηνείας καὶ νὰ ξεπεράσουμε τὸ φράγμα τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν καὶ τῆς συμβατικῆς θρησκευτικότητας.

Ἡ Σεραϊνὼ ζεῖ βέβαια μέσα στὸ φυσικὸ κόσμο, ἀλλὰ ὁ τρόπος ποὺ ζεῖ δὲν εἶναι «τοῦ κόσμου τούτου». Ζεῖ μέσα στὰ ἴδια κοινωνικὰ καὶ θρησκευτικὰ σχήματα ὅπως καὶ ὁ Κουμπής, χρησιμοποιεῖ τοὺς ἴδιους «δερμάτινους χιτῶνες», ὄχι ὅμως αὐτονομημένους, ἀλλὰ ὡς μέσα πορείας πρὸς τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴ Ζωή. Τὸ βασικὸ κίνητρο στὴ σχέση της μὲ τὸν Κουμπὴ δὲν εἶναι ἡ φυσικὴ ἐπιθυμία, ἀλλὰ ἡ βίωση τοῦ γάμου στὴ μυστηριακὴ μορφή του, ὅπως τὸν παραδίδει ἡ Ἐκκλησία. Ὁ Κουμπὴς εἶναι ὁ σύζυγός της καὶ ὑποτάσσεται σ αὐτὸν «ὥσπερ ἡ Ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ». Αὐτὴ ἡ μεταμορφωμένη συζυγία ἔχει πάρει τὴ θέση τοῦ φυσικοῦ νόμου στὴ ζωή της. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ζεῖ τὴν ἐκπληκτικὴ γαμήλια σχέση της τόσο ἁπλᾶ καὶ τόσο φυσικά, ὅπως ἀναπνέει ἢ περπατάει. Μία τέτοια σχέση εἶναι ἀκατάλυτη, κανένα γεγονὸς καὶ κανένας νόμος δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὴν κλονίσει: ἡ εἴσοδος τῆς Λελούδας μόλις ἀγγίζει τὴ Σεραϊνώ, δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἁπλὸ ἐπεισόδιο στὴ ζωή της, τὸ θεωρεῖ φυσικὸ καὶ αὐτονόητο νὰ μείνει κοντὰ στὸν ἄντρα της, νὰ ἀναθρέψει τὰ παιδιά του. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ μία πράξη αὐτοθυσίας, ἀλλὰ γιὰ μία βίωση τῆς ὑποταγῆς στὸν ὑπέρτατο βαθμό, «ἐν παντί», ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος. Αὐτὴ ἡ ὑποταγὴ ὅμως δὲν τὴν ἐκμηδενίζει, ἀλλὰ τὴν ἐξαγιάζει καὶ τὴ δοξάζει. Ἡ πρώτη ἀναγνώριση τῆς ἁγιωσύνης της γίνεται ἀπὸ τὸν Κουμπή, σ᾿ ἕνα στιγμιαῖο φωτισμό του: «Ὁ Θεὸς σὲ φωτίζει καὶ φέρεσαι ἔτσι, ἅγια ψυχή, εἶπε, μὴ δυνάμενος νὰ συγκρατήσει ὁ σκληρὸς τὴν συγκινησίν του». Μετὰ τὸ θάνατό της ἡ εὐωδία τῶν λειψάνων της- σημεῖο ὑπερνίκησης τῆς φθορᾶς ἤδη ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν αἰώνα- ἀναγγέλλει τὴν ἁγιότητά της σὲ ὅλους μας καὶ τὴν προβάλλει σὰν παρήγορη μαρτυρία γιὰ τὴ δυνατότητα ἐξαγιασμοῦ τοῦ βέβηλου κόσμου μας.

Πρεσβείαις, Κύριε, τῆς Ἁγίας Σεραϊνῶς καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων Συζύγων ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.


Ἄλλο ἄρθρο, τοῦ π. Βασιλείου Θερμοῦ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς δημιουργίας»

Στὸ διήγημα αὐτὸ μία γυναίκα δέχεται μὲ ἀνοιχτὲς ἀγκάλες τὴ νέα γυναίκα τοῦ ἄνδρα της καὶ τὴν φέρνει μέσα στὸ σπίτι. Καὶ κάθεται καὶ ἀνατρέφει τὰ παιδιά της. Καὶ ὅταν κάποια μέρα αὐτὴ σὰν ἀρχάρια- ἦταν καὶ ἡμίφως- ἔκανε λάθος, καὶ τὸ πρωὶ ἔβγαλε δικό της πουκάμισο, ἀπὸ τὰ κεντητά, νὰ τὸ φορέσῃ ὁ ἄντρας της ἀντὶ γιὰ τὸ δικό του, καὶ πῆγε στὴν ἐκκλησία καὶ γελοῦσαν οἱ ἄλλοι προεστοὶ μὲ τὸ πουκάμισο ποὺ φοροῦσε -τῆς γυναίκας του-, γύρισε πίσω ἕτοιμος νὰ τὴν χτυπήσει καὶ ἔπεσε ἐπάνω του καὶ τὸν μαλάκωσε ἡ πρώτη γυναίκα του ποὺ εἶχε μείνει σὰν ὑπηρέτρια. «Μή, ἔλεος Κουμπή μου, δὲν τό ῾ξερε». Αὐτὴ ἡ γυναίκα εἶχε δύναμη νὰ γίνῃ μάρτυρας. Ποιὸς εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ σταθῇ ἀπέναντί της καὶ θὰ τῆς πῇ: «Μὴν προχωρῇς περισσότερο, σταμάτα μέχρι ἐκεῖ, ἀφοῦ αὐτὸς δὲν ἀνταποκρίνεται». Αὐτὴ εἶχε τὴ δύναμη νὰ γίνῃ μάρτυρας. Φαινομενικὰ ἐπικράτησε τὸ δίκαιο τοῦ ἄντρα της. Πῆρε δεύτερη γυναίκα προχώρησε, καὶ ἐκείνη ἔμεινε στὸ περιθώριο. Ἀλλὰ αὐτὴ ὅταν ἔβγαλαν τὰ ὀστᾶ της μετὰ τὸ θάνατό της, εἶχε μυροβλύσει. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ πῇ σὲ κάποιον «μὴ γίνῃς μάρτυρας» ἂν ἔχῃ τὴ δυνατότητα καὶ τὸ μπορῇ.