Μάριος Μπέγζος - Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ἀπέναντι στὸν Ἀπόστολο Μακράκη

Ἐφέτος (2001) συμπληρώνονται 150 χρόνια ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη (4.3.1851) καὶ 90 ἔτη ἀπὸ τὴν κοίμησή του (1911). Οἱ ἐπέτειοι χρησιμεύουν στὴν ἀνάμνηση ὄχι μόνο του παρελθόντος ἀλλὰ καὶ τοῦ μέλλοντος ὅλων μας, ἀφοῦ τὰ ἐρωτήματα παραμένουν, μολονότι οἱ ἀπαντήσεις ἀλλάζουν. Ὁ Σκιαθίτης διηγηματογράφος ἐνσαρκώνει μιὰ στάση ζωῆς ποὺ συνεχίζει νὰ εἶναι ἐπίκαιρη καὶ ζωτική. Τὴν σημασία τῆς προσφορᾶς του μποροῦμε νὰ τὴν ἀντιληφθοῦμε καλύτερα, ἂν τὸν συγκρίνουμε μὲ ἕναν ἄλλο ρηξικέλευθο χριστιανὸ διανοούμενο τῆς ἐποχῆς του, τὸν Σίφνιο λόγιο Ἀπόστολο Μακράκη (1831-1905), ποὺ ἀντιπροσωπεύει μιὰν ἐντελῶς ἀλλιώτικη ἀντίληψη γιὰ τὴν ἐκκλησία καὶ τὸν νεοελληνισμό. Ἀνάμεσα στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ στὸν Ἀπόστολο Μακράκη ὑφίστανται πάρα πολλὲς διαφορές.

Μιὰ πρώτη διαφοροποίηση μεταξὺ Παπαδιαμάντη καὶ Μακράκη ποὺ μὲ ἔμφαση ἐπισημαίνεται ἀπὸ τὸ Σκιαθίτη μας εἶναι ἡ ἀπόσταση ποὺ χωρίζει τὸ μακρακισμὸ ἀπὸ τὸ φιλοκαλικὸ κίνημα ἀναγέννησης τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ 18ο-19ο αἰ. γνωστὸ μὲ τὴ μειωτικὴ ἐπωνυμία «Κολλυβάδες», ποὺ ἀναφάνηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ ἡγήτορα τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη καὶ συνίστατο στὴν ἀναβίωση τῆς ὀρθόδοξης πατερικῆς παράδοσης μὲ ἐπίκεντρο τὴ μελέτη τῆς «Φιλοκαλίας» καὶ ὁρατὸ ἀναγνωριστικὸ σημεῖο τὴ συχνὴ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας.

Οἱ ἀντίπαλοι τῆς φιλοκαλικῆς ἁγιορετικῆς κίνησης κατασυκοφάντησαν τοὺς πρωτεργάτες αὐτῆς τῆς πρωτοβουλίας κάνοντας κατάχρηση τῆς συνήθειας νὰ τηρεῖται πιστὰ ἡ λατρευτικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ μὴ τελοῦνται μνημόσυνα τὴν Κυριακή, ἡμέρα ἀνάστασης, παρὰ μόνο τὸ Σάββατο, ἡμέρα μνήμης τῶν νεκρῶν καὶ προσφορᾶς κολλύβων στὸ ναό. Ἔτσι ἐπινοήθηκε τὸ περιπαικτικὸ παρωνύμιο «Κολλυβάδες» ἀπὸ τὴ δῆθεν νομιζόμενη τυπολατρικὴ προσκόλληση στὰ «κόλλυβα», ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἐπρόκειτο γιὰ ρωμαλέο ἐκκλησιαστικὸ κίνημα ἀνακαίνισης μὲ βάση τὴ «Φιλοκαλία» τῶν νηπτικῶν πατέρων τῆς μυστικῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδοξίας. Κατάλοιπα τῶν καταδιωγμένων «Κολλυβάδων» βρῆκαν καταφύγιο στὴ Σκιάθο, ποὺ κατὰ μία εὔστοχη παρατήρηση τοῦ Τάκη Παπατσώνη[1] εἶναι ἡ σκιὰ τοῦ Ἄθωνα (Σκιάθος: Σκιὰ τοῦ Ἄθω: Σκί-Ἄθως).

Ἔτσι ὁ Παπαδιαμάντης τρέφεται ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση στὴ φιλοκαλικὴ τῆς ἐκδοχὴ μὲ τὴν ὁποία κρίνει, συγκρίνει καὶ κατακρίνει τὸ μακρακισμό. Ἀπέναντι στὸν δυτικό, προτεσταντικὸ καὶ εὐσεβιστικὸ Μακράκη[2] ὀρθώνεται ὁ ἀνατολικός, ὀρθόδοξος καὶ φιλοκαλικὸς Παπαδιαμάντης. Ἰδιαιτέρως ἀποκαλυπτικὸς εἶναι ὁ κοσμοκαλόγερός μας στὴ νεκρολογία τοῦ συντοπίτη του ἱερομονάχου πατρὸς Διονυσίου τὸν ὁποῖο διαφοροποιεῖ ἀπὸ τὸν μακρακισμὸ ποὺ τὸν τοποθετεῖ στὸν ἡσυχασμὸ τῶν φιλοκαλικῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. Μάλιστα ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιός μας γιὰ τοὺς Κολλυβάδες ὅτι «τὸ σκωπτικὸν ἐπίθετον ἀναξίως ἐδόθη αὐτοῖς ὑπὸ φθονερῶν τοῦ μοναστικοῦ βίου ἀπτήνων»[3] καὶ σημειώνει ἐπιπροσθέτως ὅτι «ἐκ τῶν Κολλυβάδων ἤσαν ἐκ τῶν παλαιῶν λογίων πατέρων ὁ Κορίνθου Μακάριος, ὁ Νοταρᾶς, ἅγιος τιμώμενος, Ἀθανάσιος ὁ Πάριος καὶ Νικόδημος ὁ πολυγραφώτατος, ὁ Κύριλλος, ὁ Ἠλίας, ὁ Ἀρσένιος καὶ ἄλλοι ἐνάρετοι πατέρες»[4].

Σὲ ἄλλη συνάφεια δηλώνει ρητὰ ὅτι ὁ Μακράκης ἐπιχείρησε νὰ ἀπομιμηθεῖ τὰ «κολλυβάδικα» ἔθιμα γιὰ τὴν συχνὴ θεία μετάληψη, ἀλλὰ χωρὶς καμμιὰ ἐπιτυχία, διότι ἐπρόκειτο γιὰ ξηρὸ τυπολοατρικό, ἐπιδερμικὸ μιμητισμό: «ὁ ἐν λόγῳ διδάσκαλος «Μακράκης», αὐτὸς μᾶλλον εἶχεν ἀκολουθήσει τινὰ τῶν παλαιῶν ἐθίμων μοναστικῆς τινὸς κοινότητος, λίαν ἀρχαιοπρεποῦς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον οἱ ἀσκηταὶ οὗτοι. Οὕτω συνέπεσαν ἐν μέρει εἰς τὰς δοξασίας»[5]. Ἐξηγεῖ τὴν μακρακικὴ ἀποτυχία στὴν ἀπομίμηση τοῦ φιλοκαλικοῦ ἀνανεωτικοῦ κινήματος μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: «Παρὰ τῶν Κολλυβάδων τούτων ἠθέλησε καὶ ὁ κ. Μακράκης νὰ μιμηθῆ τινὰ ἔθιμα, ὡς τὸ τῆς συχνῆς μεταλήψεως καὶ ἄλλα, καὶ ἀπέτυχεν, ὡς εἰκός. Διότι δὲν ἐδόθη εἰς κοσμικοὺς ἀνθρώπους νὰ μιμῶνται τὰ ἔθιμα τῶν ἀσκητικῶν ἐκείνων ἀνδρῶν, τῶν ἐν ἀμέμπτῳ πολιτείᾳ διαγόντων, οὐδ᾿ ἔξεστιν εἰς τοὺς ἐν τῇ τύρβῃ τοῦ κόσμου βιοῦντας νὰ παραδώσει τὰ σεμνὰ καὶ ὑψηλὰ ἐκεῖνα πράγματα»[6].

Γιὰ τὸν Σκιαθίτη διηγηματογράφο ὁ Σίφνιος λόγιος φέρεται σὰν προτεστάντης κι ὄχι ὡς ὀρθόδοξος. Παρόλα τὰ καλὰ ποὺ τοῦ ἀναγνωρίζει τόσο στὶς προθέσεις ὅσο καὶ στὸ ἦθος, ὡστόσο μὲ τρόπο ἀνυποχώρητο ὁ Παπαδιαμάντης μέμφεται τὸν Μακράκη γιὰ προτεσταντισμὸ[7] καὶ μάλιστα κατ᾿ ἐπανάληψη στὰ ἔργα του. Ὁ κοσμοκαλόγερος τῆς λογοτεχνίας μᾶς ἀπορρίπτει τὸν μακρακισμὸ μὲ τὴν ὀργίλη ἀποστροφή: «Τί καινοτομίαι, τί ξενισμοί, τί λεσχηνεῖαι εἶναι αὐτά; Προτεστάνται εἴμεθα ὑμεῖς ἐδῶ;»[8].

Στὴν ἐπιστολογραφία του μάλιστα ὁ Παπαδιαμάντης γίνεται σαφέστερος καὶ δριμύτερος: «Ἡ οὐσία τοῦ προτεσταντισμοῦ δὲν ἔγκειται τόσον ἐν τῇ μῇ τιμῇ τῶν εἰκόνων καὶ τῶν λειψάνων, ὅσον ἐν τῇ ἀπορρίψει τοῦ κύρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν Πατέρων καὶ τῆς παραδόσεως, ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ τοῦ ἐρμηνεύειν ἕκαστον τὰς Γραφάς, ὅπως ἂν αὐτῷ ἀρέσκῃ. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς πράττει καὶ ὁ κ. Μακράκης, ὅστις περιέρχεται τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία ἑρμηνεύων κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ φαντασίαν τὰς Ἱερὰς Γραφάς, ἄνευ κύρους, ἄνευ ἀδείας καὶ ἐγκρίσεως ἐκκλησιαστικῆς»[9].

Ἡ ἁπτὴ καὶ ὁρατὴ διαφοροποίηση τοῦ ὀρθοδόξου καὶ τοῦ προτεσταντικοῦ στοιχείου ἐντοπίζεται στὴν ὁριοθέτηση τοῦ κοινωνικοῦ καὶ τοῦ ἀτομικοῦ παράγοντα. Ὁ προτεσταντισμὸς εἶναι ἕνας θρησκευτικὸς ἀτομικισμός, ὅπου τὸ ἄτομο ἔχει ἀπόλυτη προτεραιότητα, προηγεῖται ὁ ἰδιώτης πιστὸς καὶ ὅλος ὁ βίος ἐξατομικεύεται. Ἀντιθέτως στὴν Ὀρθοδοξία πρυτανεύουν τὸ κοινωνικό, τὸ κοινοτικὸ καὶ τὸ κοινοβιακὸ στοιχεῖο. Ἡ ἐκκλησία κατανοεῖται ὡς σῶμα Χριστοῦ καὶ ὄχι ὡς σωματεῖο χριστιανῶν. Ἡ καταστατικὴ πράξη τῆς ἐκκλησίας, ἡ θεία εὐχαριστία, λέγεται καὶ εἶναι «θεία κοινωνία», γι᾿ αὐτὸ ἤδη στὴν πρωτοχριστιανικὴ παράδοση διακηρυσσόταν ἡ πεποίθηση: «unus christianus, nullus christianus», δηλαδὴ «ἕνας χριστιανὸς ἴσον κανένας χριστιανός».

Τέτοια ἀκριβῶς ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ αὐτοσυνειδησία ἀντιτάσσει ὁ Παπαδιαμάντης στὸν Μακράκη, τὸν ὁποῖο ἔχει κατηγορήσει γιὰ προτεσταντικὴ κακοδοξία, καὶ ὁριοθετεῖ τὴν δική του ἐκκλησιαστικὴ ὀρθοδοξία μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: «Ἐγὼ εἶμαι τέκνον γνήσιόν της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῶν ἐπισκόπων της. Ἐὰν δὲ τυχὸν πολλοὶ τούτων εἶναι ἁμαρτωλοί, ἁρμοδία νὰ κρίνῃ εἶναι μόνον ἡ Ἐκκλησία, καὶ μόνον τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐπικαλώμεθα. Τὸ κύρος καὶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἡμεῖς δὲν τὰ συγχέομεν μὲ τὰς ἁμαρτίας τῶν προσώπων, καθὼς οἱ παρασυνάγωγοι σεῖς»[10].

Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη ἡ ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, ἐνῶ γιὰ τὸν Μακράκη αὐτὸ ποὺ προέχει καὶ μέλλει νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, τὸν χριστιανισμὸ καὶ τὸν ἑλληνισμὸ μαζί, εἶναι ἕνα σωματεῖο χριστιανῶν, γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε ὁ ἴδιος διὰ βίου προέβαινε στὴν ἵδρυση πολλῶν καὶ ἀλλεπάλληλων σωματείων θρησκευτικοῦ ἢ πολιτικοῦ προσανατολισμοῦ[11].

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὅμως ἡ ἐκκλησία διαφθείρεται: στὸ Σῶμα Χριστοῦ καταντᾶ σωματεῖο χριστιανῶν. Ἔτσι καταργεῖται ἡ ἐκκλησιαστικότητα καὶ ἀναφύεται ἡ παραεκκλησιαστικότητα. Ἡ σχέση τῆς ἐκκλησίας μὲ τὴν παραεκκλησιαστικὴ θρησκευτικὴ ὀργάνωση εἶναι εὐθέως ἀνάλογη μὲ τὴν σχέση τοῦ κράτους καὶ τοῦ παρακράτους, τῆς παιδείας καὶ τῆς παραπαιδείας, τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς παραοικονομίας, τοῦ σώματος καὶ τοῦ σωματείου, τῆς ὀρθοδοξίας καὶ τῆς ἑτεροδοξίας, τοῦ φιλοκαλικοῦ ἡσυχασμοῦ καὶ τοῦ προτεσταντικοῦ εὐσεβισμοῦ, δηλαδὴ τῆς ἐκκλησιαστικότητας καὶ τῆς θρησκευτικότητας.

Ἡ συγκεκριμένη διαφορὰ ἐντοπίζεται στὴν προτεραιότητα: ποιὸς προηγεῖται; ὁ Χριστὸς ἢ ὁ χριστιανός, ἡ ἐκκλησία ἢ τὸ ἄτομο; τὸ σῶμα ἢ τὸ σωματεῖο; τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἢ τὸ σωματεῖο τῶν χριστιανῶν; ἡ ἐκκλησιαστικότητα ἢ ἡ θρησκευτικότητα; Μὲ τὴν γλώσσα τοῦ Παπαδιαμάντη λοιπόν: «Ποῖος Μητροπολίτης, ποία Σύνοδος, δύναται ποτὲ ν᾿ἀναγνωρίσῃ τὸν κ. Μακράκην ὡς ὀρθόδοξον, ἐὰν οὗτος δὲν προσέλθῃ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς, ἐν ταπεινώσει, ἄνευ σοφισμάτων καὶ ἄνευ ὑστεροβουλίας, ἐὰν δὲν προσπέσῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ εἴπῃ τὸ ἥμαρτον, ν᾿ ἀποπτύσῃ τὸ τρισύνθετον καὶ πᾶσαν ἄλλην κακοδοξίαν, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι μετανοεῖ εἰλικρινῶς; Ὡς ἴσος πρὸς ἴσην τολμᾷ νὰ διαπραγματεύεται πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἢ ἔτι θρασύτερον, ὡς θεραπαίνιδα θέλει νὰ τὴν μεταχειρισθῇ ὁ ἀγχίστροφος διαλεκτικός, ὁ πολύπλαγκτος ἀγορητής, ἀξιῶν, ἵνα ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ καὶ ὄχι ὁ Μακράκης ὁμολογήσῃ ὅτι ἔσφαλε νὰ τὸν ἀποκηρύξῃ: Οἶον ἐξαίσιον πτῶμα! Οἶος κρημνός! Ἓν ὅμως λησμονεῖ ὁ πολύστροφος λογοκόπος, τὸ ὅτι οἱ Ἄρειοι καὶ οἱ Ἀπολλινάριοι καὶ οἱ Ὠριγένεις ἦσαν πολὺ αὐτοῦ εὐφραδέστεροι καὶ λογιώτεροι καὶ ἐπιφανέστεροι... Ἀλλ᾿ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἄτακτος εἶναι ὁ κ. Μακράκης, ὅστις δὲν πείθεται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν»[12].

Μὲ τέτοια ἐκκλησιολογικὴ λογικὴ ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας ὁ Σκιαθίτης ἅγιος τοῦ αἰῶνα μας γράφει γιὰ τὸν Σίφνιο «Σωκράτη τοῦ 19ου αἰῶνα» τὰ ἑξῆς: «πᾶς χριστιανὸς ὀφείλει νὰ πειθαρχῇ εἰς τοὺς ὁρατοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἁμαρτωλοὶ εἶναι οὗτοι εἴτε ἅγιοι, καὶ νὰ μὴ πλησιάζῃ εἰς τὸν Μακράκη. Ἄλλως, θὰ ἦτον ἀναρχία καὶ τίποτε ἄλλο»[13]. Σὲ ἄλλη πάλι συνάφεια διαδηλώνει τὶς ἀπόψεις του μὲ ἐμφαντικότερο τρόπο: «Τὸ βῆμα τῆς ἐκκλησίας δὲν εἶναι, ὅπως τὸ βῆμα τὸ δικανικόν, τὸ βῆμα τὸ πολιτικόν, ὅπου ὑπάρχουν ρήτορες καὶ ἀντιρρήτορες... Τὸ ἐκκλησιαστικὸ βῆμα -ὁ ἄμβων- εἶναι αὐστηρόν, ἀποκλειστικόν, αὐθεντικόν. Εἷς μόνος ὁμιλεῖ. Ὑποτίθεται, ὅτι λέγει, ὄχι διδόμενα, ἀλλὰ συμπεράσματα, παραδεδεγμένα, ἀναμφισβήτητα, δόγματα. Δὲν ἐπιτρέπονται ἐκεῖ αἱ αὐτοσχέδιοι ἀνοησίαι. Διὰ τοῦτο ὁ εἷς ἐκεῖνος πρέπει νὰ εἶναι χρισμένος ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν// ὀφείλει νὰ εἶναι τὸ στόμα τῆς ἐκκλησίας, ἐπειδὴ συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται, οὔτε δευτερολογία, οὔτε διακοπῆ. Ἀνάγκη ἄρα νὰ εἶναι κληρικός»[14].

Τὸ φάντασμα τοῦ Μακράκη καὶ ἡ σκιὰ τοῦ Παπαδιαμάντη μέλλουν νὰ παραμένουν διαρκῶς μαζί μας σὲ κάθε τίμια ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας τοῦ γένους μας σὲ κάθε τύπο καὶ σὲ κάθε καιρό. Ἡ ἐπιλογὴ ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἀποτελεῖ προσωπικὴ ἐπιλογὴ καθενός μας καὶ συλλογικὴ εὐθύνη ὅλων μας.


[1] Τ. Παπατσώνης, Ἄσκηση στὸν Ἄθω, Ἀθήνα 1963 (1984), 14.

[2] Λ. Μπράνγκ, Τὸ Μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὸν Ἰδεολογικὸ Κόσμο τοῦ Ἀ. Μακράκη, Ἀθήνα 1997, 111: «Ὁ Μακράκης ... ἀναδεικνύεται τελικὰ ἀντι-ἡσυχαστικός».

[3] Ἀλ. Παπαδιαμάντης, Ἅπαντα (ἐπιμ.), Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, 5 τόμοι, Ἀθήνα 1981-1988, τόμ. Ε´, σελ. 330. πρβλ. τὸν σχολιασμὸ τοῦ Ζ. Λορεντζάτου, Μελέτες, Ἀθήνα 1994, τόμ. Α´, σελ. 235-258.

[4] Στὸ ἴδιο.

[5] Παπαδιαμάντης, ὅ.π., Β´, 498-499.

[6] Παπαδιαμάντης, ὅ.π., Ε´, 330.

[7] Εὔστοχα κάνει λόγο γιὰ τὸν «ὀρθόδοξο προτεσταντισμὸ» τοῦ Μακράκη ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης (στὸ Μπράνγκ, ὅ.π., 30 καὶ 28-30, ὅπου καταχώριση τῆς ἀντιμακρακικῆς τοποθέτησης τοῦ π. Φιλοθέου Ζερβάκου).

[8] Παπαδιαμάντης, ὅ.π., Δ´, 148.

[9] Παπαδιαμάντης, ὅ.π., Ε´, 163.

[10] Παπαδιαμάντης, ὅ.π., Ε´, 165. πρβλ. παλαιότερη μελέτη μας: Μ. Μπέγζος, «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ Ἀπόστολος Μακράκης: «Ἀειπλάνητος Διδάχος» ἢ «Κοσμοκαλόγερος»; Νέα Κοινωνιολογία, τχ. 27 (Ἄνοιξη 1999), 32-42 ποὺ ἀφορμήθηκε ἀπὸ προφορικὴ ὑπόδειξη τοῦ ποιητῆ Δημήτρη Κοσμόπουλου γιὰ τὴν ἀντιστικτικὴ σχέση Παπαδιαμάντη-Μακράκη.

[11] πρβλ. Μπράνγκ, ὅ.π., 313 ἑπ., ἰδ. 327 ὅπου διασύνδεση τοῦ μακρακισμοῦ μὲ τὶς μετέπειτα παραεκκλησιαστικὲς ὀργανώσεις («Ἀδελφότητες Θεολόγων») στὴν ἑλλαδικὴ ἐκκλησία μὲ πρωτεργάτη τὸν ἀρχιμανδρίτη π. Εὐσέβιο Ματθόπουλο (1849-1929), ἀρχικὰ ὀπαδὸ τοῦ Ἀπ. Μακράκη καὶ μετὰ (μετὰ τὴν ἀποσκίρτησή του ἀπὸ τὸν μακρακισμὸ) ἱδρυτὴ τῆς «Ζωῆς» (1907). Πρβλ. Χ. Γιανναρᾶς, Ὀρθοδοξία καὶ Δύση στὴ Νεώτερη Ἑλλάδα, Ἀθήνα 1992, 348] ἐπ., 359: «Ἡ πρώτη ἐξωεκκλησιαστικὴ ὀργάνωση στὴν Ἑλλάδα ἱδρύεται τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1876 ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Μακράκη». Βλ. τὴν διδακτορικὴ διατριβὴ στὸ Τμῆμα Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (μὲ ἐπιβλέποντα καθηγητὴ τὸν π. Θεόδωρο Ζήση) τοῦ Ἐμμ. Καραγεωργούδη, Χριστιανισμὸς καὶ Πολιτικὴ κατὰ τὸν Ἀπόστολο Μακράκη, Θεσσαλονίκη 1992, ἰδ. σελ. 107ἑπ., ὅπου τεκμηριώνεται ἡ «μακρακικὴ» γενεαλόγηση τοῦ κινήματος «Χριστιανικὴ Δημοκρατία» καὶ τῶν ὀργανωσιακῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ Αὐγουστίνου Καντιώτη.

[12] . Παπαδιαμάντης, ὅ.π., Ε´, 164.

[13] Παπαδιαμάντης, ὅ.π., Γ´, 576.

[14] Παπαδιαμάντης, ὅ.π., Δ´, 148.