Ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ τὸ «θρησκευτικὸ διήγημα» καὶ ἡ ἐνάντια κριτική

τοῦ Γεωργίου Σίσκου, θεολόγου - φιλολόγου

περιοδικὸ Παρέμβαση, Ἰούνιος 2011

Ἀποτελεῖ ἐξαιρετικὰ δύσκολο ἐγχείρημα μιὰ ἀποδόμηση ἑνὸς παπαδιαμαντικοῦ κειμένου, καθὼς τὸ συνήθως ἄτακτο ὕφος του –κατεξοχὴν στὸ νοηματικὸ ἐπίπεδο- ἐκβάλλει σὲ μιὰ ἀτιθάσευτη ἀπειροδυναμία νοήματος. Ὁ λόγος του, μιὰ πολυπρισματικὴ πρόταση ἀνάγνωσης, κριτικὸς εἰς ἐαυτὸν καὶ στοὺς ἔναντι, διαρκῶς ἀναδιπλώνεται φανερώνοντας παράλληλες διαδρομές, ποῦ συναπαρτίζουν ἕνα ἀδάμαστο ὅλον.

Ὅσα θὰ ἐκτεθοῦν στὴν συνέχεια εἶναι ἕνα κριτικὸ προοίμιο στὴν ἀνάγνωση τοῦ παπαδιαμαντικοῦ διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης», τὸ ὁποῖο (προοίμιο) ἑστιάζεται κυρίως σὲ δύο σημεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀποκλειστικὴ σχέση μὲ τὴν γιορτὴ τῆς «Λαμπρῆς» (τὸ Πάσχα), ἄρα εἶναι κάθε στιγμὴ τοῦ ἔτους ἐπίκαιρα. Τὰ δύο σημεῖα εἶναι: α) Ἡ λογοτεχνικὴ σκοπιμότητα συγγραφῆς ἑνὸς θρησκευτικοῦ διηγήματος καὶ β) μιὰ κριτικὴ ἤ, καλύτερα, ἀνατομία τῆς κριτικῆς τῶν ἀναγνωστῶν τοῦ καιροῦ ποῦ ἔγραφε ὁ Παπαδιαμάντης τὰ διηγήματά του.

Λογοτεχνικὴ σκοπιμότητα τοῦ θρησκευτικοῦ διηγήματος

«Τὸ ἐννοεῖν εἶναι ἡ ἀρχέγονη μορφὴ ἀπαρτίωσης τοῦ ἀνθρωπίνου ἐδῶ-εἶναι ὡς εἶναι-ἐν-τῷ-κόσμῳ. Πρὶν ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη διαφοροποίηση τοῦ ἐννοεῖν πρὸς τὶς δυὸ κατευθύνσεις τοῦ πρακτικοῦ καὶ τοῦ θεωρητικοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ἐννοεῖν εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τοῦ ἐδῶ-εἶναι ποὺ τὸ καθιστὰ ἕνα δύνασθαι ὑπάρχειν καὶ μιὰ δυνατότητα». Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὁ τρόπος ποὺ ἐννοοῦμε τὰ πράγματα καὶ στὴν συνέχεια τὰ καταγράφουμε δὲν εἶναι μιὰ ἐνέργεια ποὺ ἕπεται τῆς ὕπαρξης, ἀλλὰ ὁ ἀρχέγονος καὶ πρωταρχικὸς τρόπος τῆς ἴδιας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ἔτσι καὶ ὁ Παπαδιαμάντης δὲν γράφει ἁπλῶς θρησκευτικὰ διηγήματα. Ὑπάρχει ὡς χριστιανὸς καὶ οὕτως ἡ ματιά του προσηλώνεται μονοδρομικὰ πρὸς τὸ ἑνοποιητικὸ κέντρο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἑνώνει τὸν οὐρανὸ μὲ τὴν γῆ καὶ ἀποκαλύπτει τὸν ἔσχατο προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου: τὸν ἐγκεντρισμὸ τῆς θεότητας στὴν θνητὴ σάρκα. Ἐπιλέγει ὁ σκιαθίτης, πέρα ἀπὸ κάθε ψυχαναλυτικὴ ἀνάλυση τῆς «ἐκκλησιοκεντρικῶς διαμορφούμενης» παιδικῆς του ἡλικίας, τὴν χριστο-λογικὴ ἀνάγνωση τῶν γεγονότων ποῦ περιγράφει. Ἐπιλέγει αὐτὸν τὸν τρόπο ἀνάγνωσης, γιατὶ ὁ ἴδιος πρωτίστως ὑπάρχει ὡς χριστιανός.

Εἶναι πολὺ φυσικὴ ἡ ἔκπληξή του, ἀπέναντι στὴν ἀπαξίωση ἀναγνωστῶν καὶ κριτικῶν, γιὰ τὸ χριστο-κεντρικὸ περιεχόμενο τῶν πασχαλινῶν καὶ χριστουγεννιάτικων κειμένων τοῦ κατὰ τὶς ἀντίστοιχες ἑορτές: «Νὰ φιλοξενηθῇς ἠγεμονικῶς εἰς τὰ μέγαρα μεγάλου ἄρχοντος, καὶ νὰ μὴ προπίῃς εἰς τιμὴν τοῦ Οἰκοδεσπότου! Νὰ ἀπολαύσῃς (ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου τραπέζης) καὶ νὰ μὴ ἀποδώσῃς εὐχαριστίαν εἰς τὸν ἑστιάτορα!» . Ἡ πρόποση καὶ ἡ εὐχαριστία στὸν οἰκοδεσπότη καὶ ἑστιάτορα Χριστό, προσφέρεται ταπεινὰ μέσα ἀπὸ τὶς καταγραφὲς τῶν λειτουργικῶν συνάξεων τοῦ σκιαθίτη. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαία, νομίζουμε, ἡ ἀλληγορία τῆς τράπεζας καὶ τῆς εὐχαριστίας. Ἀποτελοῦν τὰ σημεῖα ποῦ ἀποκαλύπτουν τὸν Θεάνθρωπο: «ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰώνα. Καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μου ἐστιν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς». Μπροστὰ σὲ τοῦτο τὸ ἀπερίγραπτο θαῦμα δὲν ὑπάρχει κάτι μεγαλύτερο γιὰ νὰ περιγράψῃ ὁ σκιαθίτης, ὁπότε ἔρχεται ἀβίαστα τὸ συμπέρασμα ὅτι: «οὐδαμοῦ σχεδὸν θὰ εὑρῆτε, ὅτι ἐπεζήτησα βεβιασμένη θέση ἢ πλοκὴν ὅπως γαλβανίσω τὴν περιέργεια τοῦ ἀναγνώστου».

Οἱ ἑκουσίως ἐπιλέξαντες τὴν ἀποστροφὴ τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀναρωτιοῦνται: «Δὲν βλέπεις ὅτι τὸ αἰώνιον θέμα σου ἐξαντλήθη, καὶ ὅτι εὑρίσκεσαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσπαθῇς βίᾳ νὰ παρουσιάσῃς ἁπλὴν παραλλαγὴν κατ᾿ ἔτος;». Τὸ “αἰώνιο” ἐξαντλεῖται, ὅταν συνειδητὰ ἐπιλέξῃς νὰ τὸ ἐκμηδενίσῃς. Τότε πολὺ ἁπλὰ ὁ “θεὸς εἶναι νεκρός”, ὁπότε «δύνασαι νὰ δημοσιεύῃς ἐν ἡμέραις ἑορτῶν διηγήματα ἢ περιγραφὰς χωρὶς νὰ κάμνῃς ποσῶς λόγον περὶ Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα». Ξαναγυρνοῦμε στὴν ἐναρκτήρια ἀπόφανση τοῦ Γκάνταμερ: στὴν καταδίκη της ἀνθρώπινης περατότητας, τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιλέγῃ ἀναγκαστικὰ ἐν ἀγωνίᾳ καὶ ρισκάροντας γιὰ τὸν τρόπο ποῦ ἐννοεῖ τὰ πράγματα. Γιὰ τὸν τρόπο ποὺ ἐπιλέγει νὰ ὑπάρχῃ... Δὲν ὑπάρχει κανένα ἀνθρώπινο ἐπιχείρημα νὰ μᾶς πείσῃ γιὰ τὴν πίστη ἢ τὴν ἀπιστία. Ὑπάρχει μόνον ἡ ἐπιλογή... Βέβαια, τὸ δέντρο γνωρίζεται ἀπὸ τοὺς καρπούς του καὶ ἀντίστοιχα τὸ κάθε ἐννοεῖν φανερώνει τὴν ἀξία του ἀπὸ τὸ ἐκπτυσσόμενο πράττειν. Μὲ ἄλλα λόγια πῶς κατορθώνει νὰ μετέρχεται τῆς ὕπαρξης –δι᾿ ἐαυτὸν καὶ διὰ τοὺς ἄλλους- ὁ Παπαδιαμάντης καὶ πῶς οἱ ἐπικριτές του. Μηδενίζοντας τὴν συνεκτικὴ δύναμη τοῦ παντός, τὸ ἑνοποιητικὸ κέντρο τοῦ εἶναι, «Τὸ ἔθνος τὸ ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τουλάχιστον, εἶναι ἀκόμη πολὺ ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! ἤδη».

Πρὸς μιὰ ἀνατομία τῆς ἐνάντιας κριτικῆς

Ὅταν ὁ σκιαθίτης γράφη τὸν “Λαμπριάτικο Ψάλτη”, ὁ νεοελληνικὸς διαφωτισμὸς ἔχει ἤδη διαγράψει μιὰ ἐκατονταετία ζωῆς μὲ δείγματα στὰ ὁποῖα «ἀντικατοπτρίζεται πιστὰ τὸ προοδευτικὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς διοχετευμένο...διὰ μέσου της Γαλλίας καὶ τῆς γαλλικῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ἰδιαίτερα τώρα ἐπηρεάζει τὴν παιδεία» . Παραπονιέται ἀγανακτισμένος ὁ σκιαθίτης στοὺς συγκαιρινοὺς πεφωτισμένους κριτικούς: «Ποίαν χάριν, σᾶς παρακαλῶ, ποίαν δύναμιν ἢ πρωτοτυπίαν θὰ εἶχε τὸ νὰ λάβῃ τις τὸν κόπον νὰ περιγράψῃ λεπτομερῶς πῶς χωρικὸς ἱερεὺς ἀπῆλθε νὰ λειτουργήσῃ εἰς ἐξωκλήσιον χάριν μικρᾶς κοινότητος ἀγροίκων ἢ βοσκῶν, ποῖοι καὶ πόσοι μετέσχον τῆς πανηγύρεως καὶ ποιὰ τινὰ ἦσαν τὰ ἤθη τῶν πανυγηριστῶν; Τοῦτο θὰ ἦτο ὅλως εὐτελὲς κατὰ τὴν γνώμην τῶν κριτικῶν. Τὸ νὰ γράψῃ τις, ὅτι γηραιὸς ἐφόνευσε τὴν συμβίαν του, κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων -χωρὶς μήτε ὁ ἀναγνώστης μήτε ὁ συγγραφεὺς νὰ ὑποπτεύσωσι κἂν διατί τὴν ἐφόνευσε- τοῦτο εἶναι ὑψηλὸν καὶ πολυτελὲς κατὰ τὴν ἐκτίμησιν μερικῶν».

Τὴν λεπτὴ εἰρωνεία τοῦ κὺρ-Ἀλέξανδρου θὰ ἀποτυπώσῃ χωρὶς περιστροφὲς ὁ κατοπινὸς καὶ συντεταγμένος στὴν αὐτὴ παράδοση Κόντογλου: «Μονάχα τὰ εὐρωπαϊκὰ πράγματα ἤ, καλύτερα, τὰ Δυτικά, εἶναι γιὰ μᾶς οὐρανοκατέβατα, ὅλα ὅσα ἔρχουνται ἀπὸ κεῖνες τὶς χῶρες ποὺ βρίσκουνται κατὰ τὸ βασίλεμα τοῦ ἡλίου, ἐνῶ δὲν ἔχουμε τὴν παραμικρὴ ἐκτίμηση σὲ ὅ,τι ἔρχεται ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Εἴμαστε γυρισμένοι κατὰ τὸ βασίλεμα τοῦ ἥλιου, σὰ νὰ περιμένουμε νὰ βγεῖ ἀπὸ κεῖ ὁ ἥλιος».

Γέμει τὸ τέλος τοῦ προοιμίου ἀπὸ τὴν παπαδιαμαντικὴ εἰρωνεία ἀπέναντι στὴν μειονεξία τῶν φωτισμένων φιλευρωπαίων, κατὰ τοὺς ὁποίους τὸ «Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινόν». Ἂν ἀπὸ τὸ γεγονὸς Χριστὸς ἀποκοπῆ, λόγω «ἐπιστημονικῆς ἐγκυρότητας», ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ ὡς μεταφυσικὴ ἀ-νοησία, τότε τὸ μόνο ποὺ ἀπομένει στὴν ἱστορία εἶναι ἡ ἠθικὴ διδασκαλία ἑνὸς Ἑβραίου. Τί ἔχει, λοιπόν, νὰ πῇ στοὺς Ἕλληνες ἡ ἠθικὴ ἑνὸς Ἑβραίου τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί τους ἔφθασαν τὴν ἠθικὴ «μέχρι τὰ ἀπώτατα ὅριά της» καὶ «Γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πάει κανεὶς μακρύτερα καὶ ψηλότερα... θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ ἄνθρωπος»; Ἡ εὐρωπαϊκὴ διαφωτιστικὴ οὐδετερότητα (sic), «ἐξ ἀντικειμένου ὅπως λέγουσιν αὐτοί», δὲν ἔχει χῶρο γιὰ τὸν Θεάνθρωπο, τὸν σαρκωμένο Λόγο. Οὕτως οἱ Ἕλληνες, κατὰ τοὺς κριτικοὺς καὶ τινὲς ἄλλους, μὲ ἅλμα δυὸ χιλιετιῶν εἶναι ἀπευθείας ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ ὄχι τῶν βυζαντινῶν ὑπηκόων τοῦ θεανθρωπίνου πολιτισμοῦ (τοῦ πολιτισμοῦ τῶν ἁγίων καὶ καθόλου ἀπαραίτητά των αὐτοκρατόρων).

Στὴν παπαδιαμαντικὴ πρόταση τοῦ θεανθρωπίνου πολιτισμοῦ, βλέπουμε τὴν συνεκτικὴ δύναμη τοῦ ὑποδούλου καὶ τοῦ ἐλευθέρου ἔθνους. Ὁ Ἕλληνας χριστιανός, ἀνήκων στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἔχει συνείδηση πὼς «ὁ τρέχων πρέπει νὰ περιμένῃ καὶ τὸν ἑπόμενον ἂν θέλῃ ἀσφαλῶς νὰ τρέχῃ ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῇ τὸν δεσμώτην ἢ πρέπει νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ».

Ὁ σκιαθίτης, υἱοθετώντας μιὰ στάση σὰν αὐτὴν ποὺ προτρέπει ὁ Σεφέρης , θὰ δηλώσῃ κλείνοντας τὸ προοίμιο: «Τὸ ἐπ᾿ ἐμοὶ ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἤθη».