Στέλιος Παπαθανασίου - Διδάσκοντας Παπαδιαμάντη

Ἄρθρο στὴν Ἐφημερίδα Ἐλευθεροτυπία, στήλη Ἐλεύθερο Βῆμα, 5 Ἰανουαρίου 2007

Ὁ συντάκτης εἶναι Δρ Φιλολογίας καὶ Θεολογίας, ὑπηρέτησε στὸ Πειραματικὸ Σχολεῖο ΑΠΘ

«Ἐπάνω στὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνους, εὐρίσκετο κτισμένον τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ὅλον τὸν χειμώνα παπὰς δὲν ἤρχετο νὰ τὸ λειτουργήσῃ. Ὁ βορρᾶς μαίνεται καὶ βρυχᾶται ἀνὰ τὸ πέλαγος τὸ ἁπλωμένον μαυρογάλανον καὶ βαθύ, τὸ κύμα λυσσᾶ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Κι ὁ βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος, στοιχειὸ ῥιζωμένο βαθιὰ στὴν γῆν, καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ στεφανώνει τὴν κορυφήν του».

Πάντως, ἀκόμα καὶ αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς ἠρεμίας ὁ Θεὸς δὲν τὸ ἀφήνει παραπονεμένο, δηλαδὴ ἀλειτούργητο. Μεριμνᾶ ἐν προκειμένω «ὁ γέρων ἱερεύς, ὁ σεβάσμιος, μὲ τοὺς πτερυγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ καὶ τὴν βαθεῖαν κυμαινομένην γενειάδα». (Σημειώνω ἐδῶ ἁπλῶς ὅτι ἡ ὡς ἄνω περιγραφὴ τοῦ ἱερέως ἄφησε ἐνεὸ ἀκόμα καὶ τὸν Ὀδυσσέα Ἐλύτη). Φροντίζουν ἐπίσης «οἱ ἀλιβάνιστοι βοσκοὶ μὲ τὶς φαμίλιες των καὶ τὰ βοσκόπουλά των τ᾿ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα, ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν τὸν σταυρό τους». Καὶ ὅλα αὐτὰ τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων. Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Παπαδιαμάντη, στὸ διαρκὲς σήμερον τῆς Σκιάθου «τῶν ὑδάτων ἁγιάζεται ἡ φύσις καὶ ῥήγνυται ὁ Ἰορδάνης».

«- Παιδιά μου, κορίτσια μου, ἀρχίζει νὰ ὁμιλῇ ἡ γριὰ-Συρραχίνα, παλαιὰ καπετάνισσα. Μὲ τὸ ραβδάκι της καὶ μὲ τὸ καλαθάκι της στὸ χέρι, μὲ τὰ ὀγδόντα χρόνια στὴν πλάτη της, μπόρεσε κι ἀνέβη τὸν ἀνήφορον καὶ ἦλθε -διὰ νὰ καμαρώση, ἴσως διὰ τελευταίαν φορᾶν, τὸ καράβι τοῦ γυιοῦ της ποὺ ἔφευγε. Ξέρετε τί μεγάλη χάρη ἔχει, καὶ πόσο καλὸ ἔκαμε στοὺς θαλασσινοὺς αὐτὸ τὸ ἐκκλησιδάκι τῆς Μεγαλόχαρης;

- Πῶς δὲν τὸ ξέρουμε, εἶπαν αἱ ἄλλαι, ἂς ἔχῃ δόξα τὸ ὄνομά της!».

Τὰ χωρία ποὺ παρέθεσα προέρχονται ἀπὸ τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη «Τ᾿ Ἀγνάντεμα» (1899), τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὴ νέα σχολικὴ χρονιὰ διδάσκεται στοὺς μαθητὲς καὶ στὶς μαθήτριες τῆς Γ´ Γυμνασίου στὸ πλαίσιο τοῦ μαθήματος «Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας». Στὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ διακρίνεται καθαρὰ ἡ κυρίαρχη σταθερὰ τοῦ διηγήματος (γιὰ τὴ σημαίνουσα δομὴ θὰ ἔκανε λόγο ὁ κοινωνιολόγος τοῦ πολιτισμοῦ Lucien Goldmann) καί, βεβαίως, λανθάνει τὸ κέντρο γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ περιστραφεῖ ἡ σχετικὴ διδασκαλία.

Ὑπάρχουν σίγουρα καὶ ἄλλες σταθερές, τὶς ὁποῖες ὀφείλουν νὰ ἐπισημάνουν καὶ νὰ ἀξιοποιήσουν ὄχι μόνο οἱ διδάσκοντες ἀλλὰ καὶ οἱ διδασκόμενοι κατὰ τὴ διάρκεια τῆς σχολικῆς διδασκαλίας καὶ ἀλληλεπίδρασης. Ἡ γλώσσα καὶ ἡ ἀρχαιογνωσία τοῦ Παπαδιαμάντη (ὁ Ἡρόδοτος ἐν προκειμένῳ), ἡ παρείσφρηση τοῦ μυθικοῦ στοιχείου καὶ ἡ «συνομιλία» του μὲ τὸ πραγματικὸ («ταῦτα ὅλα βασίζονται ἐπὶ τῆς πραγματικότητος») εἶναι ὁρισμένες ἀπὸ αὐτὲς τὶς σταθερές.

Μορφωτικὸ ἀγαθό

Ὡστόσο, γιὰ νὰ προσφύγω σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς σημαντικοὺς μεταπολεμικούς μας λογοτέχνες, τὸν Ἄρη Ἀλεξάνδρου, ὅσο δουλεύουμε «στὸν τροχό», πρέπει νὰ προσέχουμε, ὥστε νὰ μὴν παρασυρθοῦμε καὶ νὰ μὴν ξιπαστοῦμε «ἀπ᾿ τὴ λαμπρὴ ἀλληλουχία τῶν σπινθήρων» (διαθεματικὲς δραστηριότητες καὶ τέτοια). Σκοπός μας θὰ εἶναι τὸ «μαχαίρι», δηλαδὴ τὸ μορφωτικὸ ἀγαθό, σὲ συνάρτηση πάντοτε μὲ τὸν ἡδυσμένο λόγο τοῦ Σκιαθίτη συγγραφέα. Ὅσο κι ἂν μερικοὶ ἀμφισβητοῦν τὸν μορφωτικὸ χαρακτήρα τῆς λογοτεχνίας, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης δὲν τὸν ἀμφισβητεῖ. Γράφει «πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν του». (Ἡ φράση αὐτὴ διατυπώνεται ἐν εἴδει προγραμματικῆς δηλώσεως στὸ πρῶτο του διήγημα «Τὸ Χριστόψωμο», ποὺ δημοσιεύθηκε τὸ 1887).

Στὸ μορφωτικὸ ἀγαθό, λοιπόν, κατ᾿ εὐθείαν μὲ γρήγορο καὶ σώφρονα λογισμό. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος διηγημάτιον εἶναι ἕνα εὐσύνοπτο ἔργο κοινωνικῆς ὀντολογίας. Μποροῦμε, βεβαίως, νὰ βάλουμε στὸν λογαριασμὸ καὶ τὸν ὅρο «χριστιανικὸς ρεαλισμὸς» ἀπὸ τὴν παραδειγματικὴ ἀνάγνωση τοῦ διηγήματος «Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια», ποὺ πραγματοποίησε ὁ Γιῶργος Κεχαγιόγλου. Ὅμως, ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ Σκιαθίτη λογοτέχνη ὡς ἠθογράφου συνιστᾶ μέγα ἀτόπημα, ἔστω καὶ ἂν προτείνεται ἐμμέσως ἀπὸ τοὺς συντάκτες τοῦ βιβλίου στὸ εἰσαγωγικὸ σημείωμα. Θέλω νὰ πῶ ὅτι ὁ ἐγκλωβισμὸς τοῦ Παπαδιαμάντη (καὶ τοῦ Βιζυηνοῦ) στὰ «αὐθαίρετα καὶ ἰσοπεδωτικὰ φιλολογικὰ σχήματα» ποὺ καθιέρωσαν «στεγνοὶ καὶ κόρδακες γραμματικοὶ» (Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος) «παρέλκει ὅλως».

«Μιλώντας γιὰ κοινωνικὴ ὀντολογία», γράφει ὁ Θεόδωρος Ἰ. Ζιάκας, «πρακτικὰ ἐννοοῦμε ὅτι μία κοινωνικὴ ὁμάδα θεμελιώνεται κάπου, ἀγκυροβολεῖ σὲ κάτι σταθερό, ἕλκεται ἀπ᾿ αὐτὸ καὶ περιστρέφεται γύρω του. Ἔτσι ἀναπαράγεται. Νικᾶ τὸ θάνατο. Ἐμφανίζει διαχρονικὴ ταυτότητα. Τί εἶναι αὐτὸ πάνω στὸ ὁποῖο θεμελιώνεται; Στὸ ὁποῖο προσδένεται;». («Ἡ ἔκλειψη τοῦ ὑποκειμένου», ἔκδ. Δόμος, σ. 44).

«Αὐτό», στὴν περίπτωση τοῦ Παπαδιαμάντη, εἶναι τὸ ἐξωκκλήσι γενικῶς καί, εἰδικότερα στὸ διήγημα «Τ᾿ Ἀγνάντεμα», τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Χωρὶς τὸ ἐξωκκλήσι (μὲ ὅλες τὶς συνακόλουθες ὀντολογικὲς δηλώσεις καὶ συνδηλώσεις) ὁ κόσμος τοῦ Παπαδιαμάντη -τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ πόντου- καταρρέει. Στὴν προκειμένη περίπτωση καλὸ εἶναι νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸ ἔξοχο (ἁπλοϊκὸ ἴσως γιὰ ὁρισμένους) «παιδικὸ» ποίημα τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου «Τὸ εὐλογημένο καράβι».

Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὡστόσο, ἀποσιωπᾶται ἢ ἴσως δὲν γίνεται ἀντιληπτὸ καὶ οἱ συντάκτες τοῦ βιβλίου, ποὺ ἔχουν, πιστεύω, τὴν εὐθύνη καὶ τῶν εἰσαγωγικῶν σημειωμάτων καὶ τῶν ἐρωτήσεων ποὺ ὑπάρχουν στὸ τέλος τῶν κειμένων, περιορίζονται σὲ ἐντολὲς τοῦ τύπου «βρεῖτε τὶς θεματικὲς ἑνότητες» καὶ τὰ λοιπά, καὶ τὰ λοιπά. Στὴν περίπτωση δὲ τοῦ Βιζυηνοῦ, ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ ὁποίου ἀπὸ τὸ διήγημα «Τὸ μόνον τῆς ζωῆς τοῦ ταξείδιον» προηγεῖται τῆς διδασκαλίας τοῦ Παπαδιαμάντη, διατυπώνονται «ἀπορίες» τοῦ τύπου «τί ἐξυπηρετεῖ ἡ ἐπανάληψη τῆς λέξης πίπτομεν, πίπτομεν, πίπτομεν». (Προφανῶς μᾶς ὑπενθυμίζει τὴ συνεχιζόμενη πτώση μας ὡς πεπτωκότων).

«Διαθεματικὴ δραστηριότητα»

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν πολυδιαφημισμένη «διαθεματικὴ δραστηριότητα» (τὴν ὁποία ἀρκετοὶ ἐκ τῶν παλαιῶν διακονοῦσαν ἀλλὰ κατὰ τὸ δοκοῦν, τοὐτέστιν χωρὶς νὰ εὐθυγραμμίζονται μὲ ἄνωθεν ἐντολές), οἱ ἀνθολόγοι προτείνουν: «Σὲ συνεργασία μὲ τοὺς καθηγητὲς τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Γεωγραφίας ἐξετάστε τὴν εἰδικὴ σημασία κάθε ἐποχῆς τοῦ ἔτους γιὰ τὶς κοινωνικές, οἰκονομικές, στρατιωτικὲς δραστηριότητες τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὡς τὴ σύγχρονη ἐποχή».

Σπεύδω νὰ δηλώσω ἐξαρχῆς ὅτι, προσωπικά, δὲν θὰ ἐνθαρρύνω τοὺς μαθητές μου νὰ ἐπιδοθοῦν σὲ τέτοιου εἴδους δραστηριότητες οὔτε μὲ ἀπειλὴ περιστρόφου. Πρῶτον, γιατὶ ἀπομακρύνουν ἐπικινδύνως τοὺς ἐμπλεκομένους ἀπὸ τὸ διήγημα, τὴ συνακόλουθη ἀπόλαυση τοῦ κειμένου καὶ τὸ ἀπορρέον μορφωτικὸ ἀγαθό. Δεύτερον, γιατὶ τὰ παιδιὰ θὰ ὁδηγηθοῦν στὴν ἀπόλυτη ἐξουθένωση ἀπὸ τὸν ἐξοντωντικὸ φόρτο ἐργασίας ποὺ συνεπάγονται οἱ πάσης φύσεως (ἀχρείαστες ὡς ἕνα βαθμὸ) διαθεματικὲς δραστηριότητες. Καὶ τρίτον, διότι ἔχω νὰ προτείνω κάτι ἀσυγκρίτως καλύτερο, μὲ τὸ ὁποῖο, σημειωτέον, φάνηκαν ὅτι συμφωνοῦν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ συνάδελφοί μου κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ σχετικοῦ ἐπιμορφωτικοῦ σεμιναρίου τῶν ἀρχῶν τοῦ Σεπτεμβρίου.

Προτείνω λοιπὸν μιὰ μορφὴ διακειμενικῆς ἀνάγνωσης ἑλκυστικῆς καὶ ἀπολύτως σχετικῆς μὲ τὸ μελετώμενο διήγημα. Ὁ ἀείμνηστος Χρῆστος Βακαλόπουλος, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν Κωστὴ Παπαγιώργη, «εἶχε τὴν εὐφυΐα μαράζι καὶ τὴν ὀξυδέρκεια φυλαχτό», ἐξέδωσε πρὶν ἀπὸ δεκαπέντε χρόνια τὸ ἀριστουργηματικὸ μυθιστόρημα «Ἡ γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντος». «Δὲν πρόκειται περὶ λυγμοῦ νοσταλγίας ἀλλὰ περὶ ζωογόνου ἐγκολπίου ἐπιβίωσης», εἶχε (ὀρθῶς) ἀποφανθεῖ στὴν ἐφημερίδα «Μεσημβρινὴ» ἡ Ἀναστασία Λαμπρία.

Ἂς τὸ διαβάσουν οἱ συνάδελφοι. Θὰ διαπιστώσουν ὅτι ἡ Ῥέα Φραντζῆ, ἡ ἡρωίδα τοῦ μυθιστορήματος, στὸ κεφάλαιο ποὺ τιτλοφορεῖται «Δύση», παρὰ τὶς ἀναστολὲς ἀλλὰ καὶ τὶς ἐνοχὲς ποὺ προσπαθοῦν νὰ τῆς δημιουργήσουν «χιλάδες φίλοι», ὅταν συναντᾶ στὴ νῆσο Πάτμο μιὰ «μικρὴ ἐκκλησία ποὺ στέκει ξεκάρφωτη στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ», κάνει τὸν σταυρό της καὶ ἀνάβει κερί. Συντάσσεται, δηλαδή, μὲ τὰ συμφωνημένα ὑπονοούμενα, δηλονότι «ἐμφανίζει διαχρονικὴ ταυτότητα».

Κινδυνεύοντας νὰ παρεξηγηθῶ, θὰ ὑποστηρίξω πὼς ἡ ἀρχετυπικὴ γραία Συρραχίνα τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ ἡ μοντέρνα ἡρωίδα τοῦ Βακαλόπουλου (32 ἐτῶν, χωρισμένη, πολιτικὲς ἐπιστῆμες) εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο. Κι ἂν δὲν εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο, ὁ ὑπόγειος δίαυλος ἐπικοινωνίας, ποὺ μᾶς συνδέει μὲ τὴ μήτρα, θὰ ἐκτείνεται εἰς τὸ διηνεκὲς καὶ οἱ γριὲς τοῦ Παπαδιαμάντη (οἱ σεβάσμιες Ἀχτίτσες, Χαρμολίνες καὶ Συρραχίνες) θὰ μᾶς καταδιώκουν ἀπηνῶς μέν, ἀγαπητικῶς δέ, εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Τὸ ἴδιο φυσικὰ ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς εὐειδεῖς, ἤγουν καλλίμορφες, παπαδιαμαντικὲς νεάνιδες («ἐν ὑπερακμῇ ῥώμης καὶ καλλονῆς»).

Ἄν, παρὰ ταῦτα, ἡ διακειμενικὴ ἀνάγνωση δὲν συνάδει μὲ τὶς διδακτικὲς ἐπιλογὲς τῶν συναδέλφων, ἂς προτιμήσουν τὴν ἀκόλουθη ἐναλλακτικὴ πρόταση. Ἡ τριήμερη ἐκδρομὴ ποὺ δικαιοῦνται τὰ παιδιὰ τῆς Γ´ Γυμνασίου ἀποτελεῖ μιὰ πρώτης τάξεως εὐκαιρία, ὥστε, ἀφοῦ μεταβοῦν στὴ Σκιάθο, νὰ σκαρφαλώσουν στὸ Κάστρο γιὰ τὸ δικό τους «ἀγνάντεμα». Ἔτσι μόνο θὰ ἀπολαύσουν, «εἰς τὰ βασίλεια τοῦ Βορρᾶ, τὴν μεγάλην θέαν καὶ τὴν μεγάλην πάλην» («Ἡ Γλυκοφιλοῦσα»).

Ἰδού, λοιπόν, μία διαθεματικὴ δραστηριότης, ρηξικέλευθος, εὐφρόσυνος, εὐεργετικὴ καὶ ἄκρως παιδαγωγική. Μὲ ἄλλα λόγια, ἕνα μάθημα πατριδογνωσίας καὶ πραγματογνωσίας, τὸ ὁποῖο «μᾶς συνιστᾶ μεγάλως εἰς τὴν συνείδησιν τῶν μελλουσῶν γενεῶν» («Βαρδιάνος στὰ σπόρκα»). Γένοιτο!