Ἐπετειακὴ ἐκδήλωση στὴν Κύπρο γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη

«Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ἡ καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολή»

Πραγματοποιήθηκε τὴν Παρασκευὴ 4 Νοεμβρίου 2011 στὴ αἴθουσα τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου τῆς κοινότητας Κακοπετριᾶς λιτὴ καὶ ταπεινὴ ἐκδήλωση ἀφιερωμένη στὸν λογοτέχνη, πεζογράφο καὶ ποιητὴ Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη μὲ τὴ εὐκαιρία τῆς συμπλήρωσης 100 χρόνων ἀπὸ τὴ κοίμησή του. Τὴν ἐκδήλωση τίμησαν μὲ τὴν παρουσία τους ἀρκετοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν Κακοπετριὰ καὶ τὴ εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Σολέας καὶ ἄλλοι. Μέσα ἀπὸ ὁμιλίες ἐγνωσμένων ὁμιλητῶν, μέσα ἀπὸ ποιήματα τοῦ Παπαδιαμάντη ποὺ ἀπήγγειλαν μαθητὲς τοῦ Λυκείου Σολέας, μέσα ἀπὸ ὕμνους ποῦ ἀπέδωσε ἡ βυζαντινὴ χορωδία «Ἅγιος Μάμας» καὶ τὰ παραδοσιακὰ ἄσματα ἀπὸ τὸ μουσικὸ σχῆμα παραδοσιακῆς μουσικῆς τοῦ «Πολιτιστικοῦ καὶ Περιβαλλοντικοῦ Ἱδρύματος» τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Μόρφου, δόθηκε ἡ δυνατότητα στὸ κοινὸ νὰ γνωρίσει τὸν ποιητὴ Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Ἐπετειακὴ ἐκδήλωση στὴν Κύπρο γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη

τοῦ Ἀριστείδη Βικέτου

 «Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης εἶναι ἐπίκαιρος καὶ παρὼν σήμερα πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα γι᾿ αὐτὸ τὸ αἴσθημα τῆς ξενιτείας ποὺ ἔνοιωθε, ὅταν ἔφτασε ἀπὸ τὸ νησί του στὴν Ἀθήνα, ποὺ σήμερα εἶναι ἀκόμα πιὸ ἔντονο γιὰ ὅσους προσπαθοῦν νὰ ὁρίσουν τὴ ζωή τους σὲ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ξένοι καὶ πάροικοι νοιώθουμε σήμερα κι ἐμεῖς μέσα στὸ σύγχρονο εἰκονικὸ κόσμο, ὄχι μόνο οἱ Μικρασιάτες πρόσφυγες τοῦ ᾿22 , ὄχι μόνο οἱ Κύπριοι πρόσφυγες τοῦ ᾿74, καὶ ὄχι μόνο στὶς πόλεις ὅπως ἄλλοτε ἀλλὰ καὶ μέσα στὰ ἴδια τὰ χωριά μας πλέον», τόνισε ὁ Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος σὲ ὁμιλία του σὲ τιμητικὴ ἐκδήλωση στὴν κωμόπολη τῆς Κακοπετριᾶς γιὰ τὸν μεγάλο Σκιαθίτη συγγραφέα.

Στὴν ὁμιλία του ὁ Μητροπολίτης Μόρφου μεταξὺ ἄλλων ἐπεσήμανε καὶ τὰ ἑξῆς:

- Σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τῆς κρίσης, στρεφόμαστε πρὸς τὸν Παπαδιαμάντη, ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Ἐλύτη στὸ Ἄξιόν ἐστι «Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ καὶ Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη», γιατὶ ὁ Παπαδιαμάντης μᾶς μιλᾶ γιὰ τὴ βαθύτερή μας ταυτότητα.

- Τὰ ἴδια θέματα ποὺ ἔβρισκε ὁ Παπαδιαμάντης μπροστά του, μᾶς συντροφεύουν ἀπὸ τότε συνεχῶς καὶ τὰ ἀντιμετωπίζουμε καὶ σήμερα περίπου ἀναλλοίωτα καὶ ἴσως πολὺ πιὸ ἔντονα.

- Ἂν ἡ κρατικὴ ἔνδεια καὶ ἀνεπάρκεια ἦταν ἐκκωφαντικὴ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παπαδιαμάντη, σήμερα ἔχει φτάσει στὸ μὴ παρέκει -τόσο στὴν Ἑλλάδα ὅσο καὶ στὴν Κύπρο. Τὸ ἔνδυμα τοῦ κράτους μας, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ντύσει...

Ὁ Παπαδιαμάντης, ὑπογράμμισε ὁ κ. Νεόφυτος, «εἶναι σήμερα πιὸ ἐπίκαιρος παρὰ ποτὲ καὶ ξαναβρίσκοντας τὸν, ξαναβρίσκουμε τὸν ἑαυτό μας. Μᾶς καλεῖ νὰ κάνουμε μαζί του μιὰ στροφὴ πρὸς τὰ ἐμπρός, δηλαδὴ πρὸς Ἀνατολᾶς, πρὸς τὰ ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἀνέτειλε τὸ Φῶς καὶ ἀπ᾿ ὅπου τὸ ἀναμένουμε νὰ ἔρθει ξανὰ γιὰ νὰ φωτίσει τὸ ξέφραγο ἀμπέλι ποὺ εἴμαστε».

Ἡ ἐπετειακὴ ἐκδήλωση, μὲ ἀφορμὴ τὴ συμπλήρωση 100 ἐτῶν ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ μεγάλου νεοέλληνα λογοτέχνη, εἶχε τίτλο «Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ἡ καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολή».

Ὀργανωτὴς - Συντονιστὴς τῆς ἐκδήλωσης ἦταν τὸ Σωματεῖο «Π.Α.Ο.Κ.» Κακοπετριᾶς.

Φορεῖς συνεργασίας:
Μουσεῖο «Σπίτι τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη» - Σκιάθος
Ἱερὰ Μητρόπολη Μόρφου - Ι. Ν. Ἄγ. Παντελεήμονος Κακοπετριᾶς
Κοινοτικὸ Συμβούλιο Κακοπετριᾶς
Λύκειο Σολέας

Στὴν ἐκδήλωση συμμετεῖχαν ἡ Βυζαντινὴ χορωδία τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου «Ἅγιος Μάμας» , τὸ Σχῆμα Παραδοσιακῆς Μουσικῆς τοῦ «Πολιτιστικοῦ & Περιβαλλοντικοῦ Ἱδρύματος τῆς Ἱ. Μ. Μόρφου».

Τὴν Ὀργάνωση - Παρουσίαση τῆς ἐκδήλωσης εἶχαν ὁ Ἱεροδ. Ἀθανάσιος Γ. Βουδούρης καὶ ὁ κ. Χαράλαμπος Χρυσάνθου.

Τὸ πρόγραμμα τῆς ἐκδήλωσης περιελάμβανε:
Προλόγισμα - Χαιρετισμοὺς ἀπὸ τοὺς φορεῖς συνδιοργάνωσης.
Εἰσαγωγικὴ ὁμιλία τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου.
Κωνσταντῖνος Κουτούμπας (Ὑπ. Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ), «Ψηλαφώντας τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη».

ΜΕΡΟΣ Β´
Ἡ Σκιάθος τοῦ Παπαδιαμάντη. Προβολὴ ντοκιμαντὲρ τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου Ἑλλάδος

ΜΕΡΟΣ Γ´
Λογοτεχνικὸ μέρος μὲ ἀπαγγελία ποιημάτων τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη, ἀπὸ μαθητὲς τοῦ Λυκείου Σολέας

ΜΕΡΟΣ Δ´
Νοερὴ ἐπίσκεψη στὸ σπίτι τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη στὴ Σκιάθο - μὲ λόγο καὶ εἰκόνα. Παρουσίαση ἀπὸ τὴν κα Ἀθηνᾶ Παπαγεωργίου (Διευθύντρια Μουσείου Παπαδιαμάντη - Σκιάθος)

ΜΕΡΟΣ Ε´
Ὑμνολογικὸ καὶ καλλιτεχνικὸ μέρος
Ἐμμανουὴλ Ξυνάδας (Ὑπ. Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ), «Τὸ Ὑμνογραφικὸ ἔργο τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη»
Ἡ Βυζαντινὴ Χορωδία τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου «Ἅγιος Μάμας», ἔψαλε ὕμνους τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τὸ Σχῆμα Παραδοσιακῆς Μουσικῆς τοῦ «Πολιτιστικοῦ & Περιβαλλοντικοῦ Ἱδρύματος τῆς Ι. Μ. Μόρφου», ἑρμήνευσε παραδοσιακὰ τραγούδια τῆς Ἀνατολῆς.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Οἱ τελευταῖες στιγμὲς τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη. Ἡ Βυζαντινὴ Χορωδία τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου «Ἅγιος Μάμας», ἔψαλε τὸ Δοξαστικό της Ἐνάτης Ὥρας τῶν Θεοφανείων, τὸ ὁποῖο ἔψαλε ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης πρὶν ἀφήσει τὴν τελευταία του πνοή.

* * *

Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου

Ὅταν ὁ Παπαδιαμάντης κάνει τὴν ἐμφάνισή του στὴ λογοτεχνία, περίπου πενήντα χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ἡ πορεία αὐτοῦ ποὺ ἐπικράτησε νὰ ὀνομάζεται Ἑλληνισμὸς ἔχει ἤδη κριθεῖ καὶ δρομολογηθεῖ.

Ἡ ἐπανάσταση τοῦ ᾿21, ὁδήγησε στὴ δημιουργία ἑνὸς κράτους τὸ ὁποῖο περιοριζόταν σ᾿ ἕνα μικρὸ κομματάκι τῆς ὑπόδουλης Ρωμηοσύνης, ἀφήνοντας ἐκτὸς συνόρων τὸ κύριο σῶμα της. Κατὰ τὰ ἄλλα, ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα κράτος στὰ πρότυπα ποὺ ὀνειρεύτηκε ὁ Κοραῆς, ποὺ καταδίκαζε τοὺς κατοίκους του σ᾿ ἕναν διχασμὸ ταυτότητας ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν ἔμελλαν νὰ ξεφύγουν. Ἕνα ἔθνος-κράτος στραμμένο ἐσαεὶ πρὸς Δυσμάς, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ δημιουργήσει ἐκ τοῦ μηδενὸς μιὰ καινούργια ταυτότητα, ἄλλην ἀπὸ ἐκείνη ποὺ διαμόρφωσε ἡ Ρωμηοσύνη κατὰ τοὺς αἰῶνες τῆς δουλείας μὲ ἐπίκεντρο τὴ Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἕνα κράτος, δηλαδή, τοῦ ὁποίου οἱ θεσμοὶ ἦσαν -καὶ δυστυχῶς ἐξακολουθοῦν καὶ σήμερα νὰ εἴναι- σὲ ἀντίφαση μὲ τὴν ταυτότητα τῶν κατοίκων του.

Ὅταν λοιπὸν ὁ Παπαδιαμάντης καταφθάνει ἀπὸ τὴν Σκιάθο στὴν Ἀθήνα, ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι ἤδη ἕρμαιο ἑνὸς μεγάλου σπαραγμοῦ: ἀπὸ τὴ μιὰ οἱ δυνάμεις τοῦ ἐκδυτικισμοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ μεγάλη σιωπηλὴ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ βλέπει τὴν ὑπόθεση τῆς ταυτότητας ὄχι ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τοῦ κρατικοῦ διαβατηρίου ἀλλὰ τῆς καρδιᾶς.

Κι ὅπως ἦταν φυσικό, τὸ σκηνικὸ αὐτοῦ του σπαραγμοῦ ἦταν ἡ ἴδια ἡ πρωτεύουσα, ἀπὸ τὴν ὁποία ἡ κρίση ἔμελλε νὰ ἑξακτινωθεῖ σιγὰ σιγὰ πρὸς κάθε γωνιὰ τοῦ νέου κράτους. Ὁ νεαρὸς Παπαδιαμάντης ἔρχεται σὲ μιὰ πόλη ποὺ εἶναι ὁ δίαυλος τοῦ ραγδαίου καὶ ἐν πολλοῖς ἐξαναγκαστικοῦ ἐκδυτικισμοῦ, μιὰ πόλη στὴν ὁποία συντελεῖται ἕνας πολιτισμικὸς ξεριζωμός. Ἦταν φυσικὸ λοιπόν, ἡ συνάντηση αὐτὴ νὰ λάβει τὶς διαστάσεις ἑνὸς κλονισμοῦ. Ὁ Παπαδιαμάντης νοιώθει τελείως ξένος, ἐξόριστος σχεδόν, στὴν ἄξενη πόλη τῶν Ἀθηνῶν. Γράφει σχετικά: «Φεῦ! Τίς μοι δώσοι ὕδωρ καὶ δάκρυα; Ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον τῆς δοκιμασίας καὶ τὸν τόπον τῆς μακρᾶς ἀναψυχῆς, ἦλθα εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης -ὅπου ἀπὸ πολλοῦ σύρω τὸν σταυρόν μου, μὴ ἔχων πλέον δυνάμεις νὰ βαστάζω- εἰς τὴν πόλιν τῆς δουλοπαροικίας καὶ τῶν πλουτοκρατῶν»[1].

Ὡς ἄνθρωπος τῆς Ἀνατολῆς, ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν φυσικὸ νὰ βλέπει τὰ πραγματικὰ ὅρια τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους καὶ νὰ γράφει ὅτι «ἡ χώρα αὕτη ἠλευθερώθη ἐπίτηδες διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἦτο ἱκανὴ πρὸς αὐτοδιοίκησιν»[2]. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐπειδὴ ἦταν ὀρθόδοξος, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι φαντασιόπληκτος ἢ ἰδεολόγος, καταλάβαινε αὐτὸ ποὺ προέβαλλε μὲ τὸ ἔργο του ὡς ἀντίποδα, ἡ Ἀνατολή, δὲν εἶναι πολιτικὸ πρόγραμμα ἢ ἰδεολογικὸ αἴτημα: «Ἡ ταλαίπωρος Ἀνατολὴ ὑπῆρξε καὶ τότε, ὡς τώρα καὶ πάντοτε, ὑπό τε γεωγραφικὴν καὶ κοινωνικήν, ὑπὸ πολιτικὴν καὶ θρησκευτικὴν ἔποψιν, ἄφρακτος ἀμπελών. Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς ὁμιλεῖ περὶ τινὸς μελλούσης ἡμέρας, ὄτε θὰ ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος»[3]. Ἀπὸ τὴ μιὰ λοιπὸν οἱ πολιτικάντηδες καὶ οἱ κάθε λογῆς ἐκσυγχρονιστὲς ποὺ θέλουν νὰ κάνουν τὴν Ἑλλάδα φράγκικο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἕνα ξέφραγο ἀμπέλι, ἡ Ἀνατολή, ποὺ ἡ δύναμή της ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται καὶ δὲν ἔχει τίποτα ἄλλο γιὰ νὰ πιαστεῖ, πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα της στὸν Χριστό.

Ἀνάμεσα στὰ δύο, ὁ Παπαδιαμάντης ἐπιλέγει προφανῶς τὸ ξέφραγο ἀμπέλι...

Κατὰ τὰ ἄλλα, ὁ στόχος του δὲν εἶναι ἡ ἠθογραφικὴ ἀναπαράσταση μιᾶς μικροκοινωνίας ποὺ ἔχει παρέλθει, ἀλλὰ ἡ ἀναβάπτιση στὸ ζωντανὸ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος, ὅπως διασώθηκε μέσα ἀπὸ τὴ λαϊκὴ παράδοση καὶ τὴν κοινοτικὴ εὐσέβεια. Ὁ ὁρίζοντας τῆς τέχνης του εἶναι σαφῶς θεολογικός, ἀντλώντας ἀπὸ τὴν κολλυβαδικὴ παράδοση καὶ τὴ λαϊκὴ εὐσέβεια. Τὸ «νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου» ποὺ θέτει ὡς στόχο τῆς λογοτεχνίας του, ἀποτελεῖ μιὰ ὀρθόδοξη θεώρηση γιὰ τὴν ἴδια τὴν τέχνη, μιὰ θεώρηση τῆς τέχνης ἀπὸ δοξολογικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ σκοπιά.

Ἐνῶ λοιπὸν γύρω του, καὶ στὰ μυαλὰ τῶν συγχρόνων του μορφωμένων, διαμορφωνόταν ἕνας κρατικὸς ἐθνικισμός, ὁ Παπαδιαμάντης στρέφει πεισματικὰ τὴν ἀναζήτησή του ὄχι πρὸς τὴν ἐθνικὴ ἰδεολογία ἀλλὰ πρὸς τὴν ἀνάδειξη τοῦ μερικοῦ, τοῦ ἐπιμέρους. Ἡ μικρὴ κοινωνία πρὸς τὴν ὁποία στρέφει τὸ βλέμμα τῆς τέχνης του, ἀναδεικνύεται ἔτσι σὲ κρύπτη ἀνεκτίμητων θησαυρῶν.

Λόγω ἀκριβῶς τῆς βιωματικῆς του σχέσης, σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο ψάχνει συνεχῶς τρόπους γιὰ νὰ κρατηθεῖ σὲ κοινωνία μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἔρημο τῆς Ἀθήνας. Στὰ 1887 ἀνακαλύπτει τὶς ἀγρυπνίες ποὺ γίνονται στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, στὸ Μοναστηράκι, μὲ ἐπίκεντρο τὸν παπα-Νικόλα Πλανᾶ, τὸν μετέπειτα Ἅγιο Νικόλαο. Εἶναι ἄραγε τυχαῖο ποὺ ἡ συνάντηση αὐτὴ συμπίπτει μὲ μιὰ μεγάλη στροφὴ στὴ λογοτεχνική του πορεία; Ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ μυθιστορήματός του Χρίστος Μηλιόνης, τὸ 1885, μέχρι τὸ πρῶτο του διήγημα, τὸ Χριστόψωμο, τὸ 1887, μεσολαβεῖ μιὰ διετία σιωπῆς, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας φαίνεται νὰ συντελέστηκε μιὰ ἀποφασιστικὴ στροφὴ στὴ δημιουργική του πορεία. Ἡ στροφὴ αὐτὴ συμπίπτει μὲ τὴν ἀνακάλυψη τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, ὅπου ἀναλαμβάνει ὡς δεξιὸς ψάλτης, ψάλλοντας στὶς ἀγρυπνίες τοῦ παπᾶ Νικόλα. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμή, ἐγκαταλείπει τὸ μυθιστόρημα (ἀφοῦ εἶχε ἤδη γράψει τοὺς Ἐμπόρους τῶν ἐθνῶν, τὴ Γυφτοπούλα, κλπ.), ποὺ ἐκινεῖτο στὰ πρότυπα τοῦ ρομαντισμοῦ καὶ γενικὰ τῆς εὐρωπαϊκῆς λογοτεχνικῆς παράδοσης καὶ στρέφεται πρὸς τὴ μορφὴ τῶν σύντομων διηγημάτων ποὺ ξέρουμε.

Φυσικὸ ἦταν ἐπίσης, στὸ βαθμὸ ποὺ ἡ παραδοσιακὴ εὐσέβεια βρισκόταν περίπου ὑπὸ διωγμὸν ἐκείνη τὴν ἐποχή, νὰ υἱοθετεῖ καὶ μιὰ στάση ποὺ ἀπὸ μερικοὺς σήμερα θεωρεῖται σὰν ἄτεγκτη, ἀπέναντί σε ὁ,τιδήποτε νοθεύει ἢ ἀπειλεῖ τὴν παράδοση. Ἦταν ἀσυμβίβαστος, γιὰ παράδειγμα, σὲ θέματα λατρευτικῆς τάξης, ψαλμωδίας καὶ γενικότερα λειτουργικοῦ ἤθους, διαβλέποντας καὶ ἐδῶ ὅτι ὁ κίνδυνος προερχόταν ἀπὸ τοὺς μορφωμένους καὶ τοὺς κάθε λογῆς ἀναμορφωτές. Χαρακτηριστικὰ εἶναι τὰ ὅσα γράφει γιὰ τὸ Πάσχα τοῦ 1887, ὅταν ἀναζητώντας νὰ γιορτάσει τὴν Ἀνάσταση ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ταπεινὸ ἐκκλησίασμα, πηγαίνει στὰ Μεσόγεια τῆς Ἀττικῆς. Οἱ ἐντυπώσεις του ἀπὸ τὴν ἀκολουθία ἦσαν οἱ ἑξῆς : «Εὑρέθησαν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ αὐτοσχέδιοι ψάλται (...) ἦσαν εὔρωστοι χωρικοὶ νεανίαι καὶ δὲν τὰ ἔλεγον μὲν ἀπταίστως, ἀλλὰ δὲν τὰ ἐδολοφόνουν ἀσυνειδήτως. Μόνον εἷς παραφώνως καὶ ἀτάκτως ἔψαλλεν καὶ οὗτος ἦτο διδάκτωρ τῆς νομικῆς»[4].

Ὅσο γιὰ τὴ βυζαντινὴ μουσική, τῆς ὁποίας ἦταν γνώστης καὶ λάτρης, ἡ διεισδυτική του ματιὰ βάζει καὶ πάλι τὰ πράγματα στὴ θέση τους: «Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ εἶναι τόσον ἑλληνικὴ ὅσον πρέπει νὰ εἶναι. Οὔτε ἡμεῖς τὴν θέλωμεν, οὔτε τὴν φανταζόμεθα, ὡς αὐτὴν τὴν μουσικὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἀλλ᾿ εἶναι ἡ μόνη γνήσια καὶ ἡ μόνη ὑπάρχουσα. Καὶ δι᾿ ἡμᾶς, ἐὰν δὲν εἶναι ἡ μουσικὴ τῶν Ἑλλήνων, εἶναι ἡ μουσικὴ τῶν ἀγγέλων»[5]. Λόγια παρηγοριᾶς γιὰ ὅσους σήμερα ἐπιμένουν νὰ διακονοῦν ἀόκνως καὶ μὲ τὸ ἴδιο μεράκι, τὴν μουσικὴ αὐτὴ τῶν ἀγγέλων.

Παρακολουθώντας τὰ τεκταινόμενα τῆς ἐποχῆς του, σημειώνει ἐνίοτε πικρὰ εἰρωνικὰ σχόλια γι᾿ αὐτὸ ποῦ ἐπιχειρεῖται στὴν Ἑλλάδα: «Μὴ θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ! Τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος δὲν εἶναι βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατ᾿ εὐθείαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν, ἐπροόδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τ᾿ ἄλλα ἔθνη»[6]. Καὶ δὲν διστάζει βέβαια νὰ ἐντοπίσει τὸ πρόβλημα στὶς ἀνώτερες τάξεις τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, στοὺς «φωτισμένους» καὶ κρατικοδίαιτους τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖοι μεταλαμπαδεύουν τὰ εὐρωπαϊκὰ φῶτα στὴν Ἑλλάδα: «Τόσοι σοφοὶ ἄνδρες, φωστῆρες ἐξ Ἑσπερίας ἀνατείλαντες, μὲ τόσον παχεῖς μισθούς, καὶ νὰ μὴν μεταγγίσουν ὀλίγον ἀθεϊστικὸν πνεῦμα εἰς τὴν Ἑλλάδα;»[7]. Κι ἐδῶ ὁ Παπαδιαμάντης ἀναφέρεται φυσικὰ στὸν ἐξ Εὐρώπης εἰσαγόμενο ἀθεϊσμό, ποὺ προηγήθηκε -καὶ ἐν πολλοῖς ἑτοίμασε τὸν δρόμο- τοῦ μπολσεβικικοῦ ἀθεϊσμοῦ. Τὰ ὅσα ἀφοροῦν τὰ κράτος καὶ τὴ δημόσια ζωή της τότε Ἑλλάδας, συμπυκνώνονται ἴσως στὴν περιβόητη φράση τοῦ Παπαδιαμάντη: «Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;»[8].

Ἀπὸ τὸν ἔλεγχο αὐτὸ δὲν ἑξαιρεῖται κάποιες φορὲς καὶ ὁ κλῆρος, κατὰ κανόνα ὁ ἀνώτερος κλῆρος. Ἐνῶ οἱ ταπεινοὶ ἱερεῖς τῶν χωριῶν ἀπολαμβάνουν μιὰ ἀξιοσέβαστη θέση στὸν παπαδιαμαντικὸ κόσμο, ὡς πραγματικοὶ ποιμένες ταυτισμένοι μὲ τὴ ζωὴ τῆς κοινότητάς τους, κάποιοι δεσποτάδες ἐκτίθενται γιὰ τὶς ἀπολυταρχικές τους τάσεις καὶ τὴν προσκόλλησή τους στὸν πλοῦτο καὶ τὴν πολυτέλεια, ἐνῶ στιγματίζεται ἐντονότατα ἡ μάστιγα τῆς σιμωνίας.

Κατὰ τὰ ἄλλα, ἡ τέχνη τοῦ Παπαδιαμάντη, στὴν ὥριμή της φάση, δηλαδὴ μετὰ τὴ στροφὴ πρὸς τὸ διήγημα, θὰ ἀποτελέσει τὴν πρώτη ἴσως συνειδητὴ ἀναίρεση τῆς ρομαντικῆς φαντασίας στὰ ἑλληνικὰ γράμματα. Ἂς θυμηθοῦμε τὸ πλῆρες σημασίας σχόλιό του στὸν Λαμπριάτικο ψάλτη: «ἔπειτα οὐδαμοῦ σχεδὸν θὰ εὕρητε ὅτι ἐπεζήτησα βεβιασμένην θέσιν ἢ πλοκήν, ὅπως γαλβανίσω τὴν περιέργεια τοῦ ἀναγνώστου»[9]. Ἡ ἐπικέντρωσή της ἀφήγησής του στὸν νησιωτικὸ κόσμο, διακρίνεται ἀπὸ ἕναν ρεαλισμὸ ποὺ ἦταν ἄγνωστος μέχρι τότε στὰ γράμματα, θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ ἕναν ὀρθόδοξο ρεαλισμό. Τὰ θέματά του τὰ ἀντλεῖ κατὰ κανόνα ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ νησιοῦ καὶ πολλὲς φορὲς εἶναι τόσο εὐτελῆ ποὺ σὲ μιὰ ρομαντικὴ θέαση τῶν πραγμάτων δὲν θὰ ἦταν κἂν θέματα γιὰ ἀφήγηση. Οἱ ἥρωές του εἶναι ἄνθρωποι συνηθισμένοι, κατὰ κανόνα ἄσημοι, ψαράδες, γριοῦλες, ἀμόρφωτοι παπᾶδες, ποὺ ἡ ρομαντικὴ λογοτεχνία δὲν θὰ καταδεχόταν νὰ τοὺς πάρει στὰ σοβαρά. Αὐτὴ ἡ συμπεριφορά, ἔχει ἕνα μήνυμα ποὺ εἶναι κατεπείγουσας σημασίας γιὰ μᾶς σήμερα ὅπου οἱ σύγχρονοι τύραννοί μας, οἱ κάθε λογῆς ὀθόνες καὶ τὰ ἠλεκτρονικὰ μέσα, διαμορφώνουν ἕνα φανταστικὸ κόσμο ὁ ὁποῖος σιγὰ-σιγὰ τείνει νὰ καλύψει ὕπουλα τὴν πραγματικότητα, τείνει νὰ μᾶς εἰσάγει σὲ μιὰ φαντασία, σὲ μιὰ εἰκονικὴ δῆθεν πραγματικότητα, καθιστώντας μας ἀνάπηρους νὰ ζήσουμε τὴν τῶν πραγμάτων ἀλήθειαν, δηλαδὴ τὴν πραγματικότητα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς.

Ὅσο γιὰ τὸ μεγάλο κάλλος τῆς τέχνης τοῦ Παπαδιαμάντη, τὴ γλώσσα του, (ποὺ σήμερα φρόντισαν τὰ κράτη μας νὰ μὴν μποροῦν νὰ τὴν διαβάσουν οἱ νέες γενιές), τί νὰ πῶ; Ἀποτελεῖ ἴσως τὸ πιὸ τρανὸ παράδειγμα ὅτι στὴν παράδοση ποὺ καλλιέργησε ἡ Ἐκκλησία κατὰ τοὺς αἰῶνες τῆς δουλείας, εἶχε λυθεῖ ὁμαλὰ τὸ γλωσσικὸ πρόβλημα -ἤ, γιὰ τὴν ἀκρίβεια, δὲν τέθηκε ποτέ. Στὸν Παπαδιαμάντη δὲν ὑπάρχει δίλημμα ἐπιλογῆς, τοῦ τύπου ποὺ ἔθετε ὁ Κοραῆς, ὁ Ψυχάρης καὶ ἄλλοι μορφωμένοι ποὺ καθόρισαν τὴν πορεία τῶν γλωσσικῶν πραγμάτων στὸ ἑλλαδικὸ κράτος. Μέσα στὸ γλωσσικό του φρόνημα, ἀφομοιώνονται ἁρμονικὰ καὶ χωρὶς προσπάθεια τὰ ἀρχαῖα, τὰ βυζαντινά, μεσαιωνικὰ καὶ νέα ἑλληνικά, ἀλλὰ καὶ οἱ ξένες λέξεις, εἴτε ἀπὸ τὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, εἴτε ἀπὸ τὰ τούρκικα ἢ τὰ ἀλβανικά.

Γιατί ὅμως εἶναι ἐπίκαιρος καὶ παρὼν σήμερα ὁ Παπαδιαμάντης;

Πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα γι᾿ αὐτὸ τὸ αἴσθημα τῆς ξενιτείας ποὺ ἔνοιωθε ὅταν ἔφτασε ἀπὸ τὸ νησί του στὴν Ἀθήνα, ποὺ σήμερα εἶναι ἀκόμα πιὸ ἔντονο γιὰ ὅσους προσπαθοῦν νὰ ὁρίσουν τὴ ζωή τους σὲ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ξένοι καὶ πάροικοι νοιώθουμε σήμερα κι ἐμεῖς μέσα στὸ σύγχρονο εἰκονικὸ κόσμο, ὄχι μόνο οἱ Μικρασιάτες πρόσφυγες τοῦ ᾿22 , ὄχι μόνο οἱ Κύπριοι πρόσφυγες τοῦ ᾿74, καὶ ὄχι μόνο στὶς πόλεις ὅπως ἄλλοτε ἀλλὰ καὶ μέσα στὰ ἴδια τὰ χωριά μας πλέον.

Σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τῆς κρίσης, στρεφόμαστε πρὸς τὸν Παπαδιαμάντη, ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Ἐλύτη στὸ Ἄξιόν ἐστι «Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ καὶ Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη», γιατὶ ὁ Παπαδιαμάντης μᾶς μιλᾶ γιὰ τὴ βαθύτερή μας ταυτότητα. Τὰ ἴδια θέματα ποὺ ἔβρισκε ὁ Παπαδιαμάντης μπροστά του, μᾶς συντροφεύουν ἀπὸ τότε συνεχῶς καὶ τὰ ἀντιμετωπίζουμε καὶ σήμερα περίπου ἀναλλοίωτα καὶ ἴσως πολὺ πιὸ ἔντονα. Ἂν ἡ κρατικὴ ἔνδεια καὶ ἀνεπάρκεια ἦταν ἐκκωφαντικὴ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παπαδιαμάντη, σήμερα ἔχει φτάσει στὸ μὴ παρέκει -τόσο στὴν Ἑλλάδα ὅσο καὶ στὴν Κύπρο. Τὸ ἔνδυμα τοῦ κράτους μας, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ντύσει...

«Οἱ Φυλακισμένοι καὶ οἱ ἄρρωστοι καταφεύγουν συχνὰ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ μερικοὶ Ἕλληνες στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη», λέει ὁ Χρῆστος Βακαλόπουλος[10]. Ὁ ἑλληνικὸς κόσμος, λέει ὁ Βακαλόπουλος, μοιάζει σ᾿ αὐτὴ τὴ νωθρὴ περίοδο τῆς ἱστορίας του μὲ παγιδευμένο ζωντανὸ σῶμα τὸ ὁποῖο, ὅπως ἔγραφε ὁ Παπαδιαμάντης τὸ 1907, στὸ ἄρθρο Γλώσσα καὶ κοινωνία, «ὅσο δὲν δύναται νὰ ζήσῃ δι᾿ ἐνέσεων, τρόπον τινά, ἀπὸ κόνιν ἀρχαίων σκελετῶν καὶ μνημείων, ἄλλο τόσον δὲν δύναται νὰ ζήσῃ, εἰμὴ μόνον κακὴν καὶ νοσηρὰν ζωήν, τρεφόμενον μὲ τουρσιὰ καὶ μὲ κονσέρβας εὐρωπαϊκάς». Γι᾿ αὐτό, καταλήγει ὁ Βακαλόπουλος, «μερικοὶ ἀπὸ μᾶς, χορτασμένοι καὶ πεινασμένοι ταυτόχρονα, πιάνονται τὴν ὕστατη στιγμὴ ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη»[11].

Ὁ Παπαδιαμάντης, δὲν εἶναι μιὰ φυγὴ πρὸς τὰ ὀπίσω. Δὲν εἶναι νοσταλγία γιὰ τὰ περασμένα, ἀλλὰ ματιὰ στὸ μέλλον. Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν ἐπιχειρεῖ νὰ δραπετεύσει ἢ νὰ κρυφτεῖ ἐνόψει τῆς νεωτερικότητας. Οὔτε κατηγορεῖ τὴ Δύση ἀπὸ ὀπισθοδρομικότητα ἢ φόβο. Ἐπειδὴ ὅμως ξέρει ποιὸς εἶναι καὶ ποῦ πάει, μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίζει κριτικὰ τὴ Δύση καὶ τὶς ἀξίες της.

Ὁ Παπαδιαμάντης, εἶναι σήμερα πιὸ ἐπίκαιρος παρὰ ποτὲ καὶ ξαναβρίσκοντας τὸν, ξαναβρίσκουμε τὸν ἑαυτό μας. Μᾶς καλεῖ νὰ κάνουμε μαζί του μιὰ στροφὴ πρὸς τὰ ἐμπρός, δηλαδὴ πρὸς Ἀνατολάς, πρὸς τὰ ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἀνέτειλε τὸ Φῶς καὶ ἀπ᾿ ὅπου τὸ ἀναμένουμε νὰ ἔρθει ξανὰ γιὰ νὰ φωτίσει τὸ ξέφραγο ἀμπέλι ποὺ εἴμαστε.

Ἀντὶ ἄλλης κατακλείδας, θὰ ἤθελα νὰ παραθέσω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ ἕνα διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη, ποὺ μᾶς εἰσάγει στὴν ἱερὴ μελωδία τῆς πραγματικότητας. Ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ διήγημα ὁ Ξεπεσμένος δερβίσης:

Τὸν ἄστεγο δερβίση, «ἐκείνην τὴν βραδιὰν τὸν εἶχε προσκαλέσει μία παρέα. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ φίλοι ἀχώριστοι. Ἀγαποῦσαν τὴν ζωήν, τὰ νιάτα. Ὁ ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἔβαλλε γιουβέτσι κάθε βράδυ. Οἱ ἄλλοι ἔτρωγαν. (...) Ἀγαποῦσαν τὰ τραγούδια, τὰ ὄργανα. Ὁ Δερβίσης δὲν ἔπινε κρασί, ἔπινε μαστίχαν. Δερβισάδες ἦσαν κι αὐτοί. Τοῦ εἶπαν νὰ τραγουδήσῃ. Ἐτραγούδησε. Τοῦ εἶπαν νὰ παίξῃ τὸ νάϊ. Ἔπαιξε. Δὲν τοὺς ἤρεσε. Ὤ, αὐτὸς δὲν ἦτον ἀμανές. Δὲν ἦτον, ὅπως τὸν ἤξευραν αὐτοί. Ἀλλ᾿ ὁ Δερβίσης τοὺς ἔλεγε τὸν καθ᾿ αὐτὸ ἀμανέν. (...)

Τὸν ἀμανὲ τοῦ Δερβίση, ὅμως, τὸν ἤξεραν καὶ τὸν ἀναγνώρισαν, μέσα ἀπὸ τὸν ἦχο ποὺ ἀνέπεμπε τὸ νάϊ τὸ ἥμερον, τὸ ταπεινὸν καὶ πράον, τὸ νάϊ τὸ φιλάνθρωπον, τὸν ἀναγρώρισαν λοιπὸν «τὰ βαρέα τείχη καὶ οἱ ὀγκώδεις κίονες τοῦ Θησείου, ἡ στέγη ἡ μεγαλοβριθής», τὰ ὁποῖα «δὲν ἐξεπλάγησαν πρὸς τὴν φωνήν, πρὸς τὸ μέλος ἐκεῖνο. Τὴν ἐνθυμοῦντο, τὴν ἀνεγνώριζον. Καὶ ἄλλοτε τὴν εἶχον ἀκούσει. Καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῆς δουλείας καὶ εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς. Ἡ μουσικὴ ἐκείνη δὲν ἦτο τόσον βάρβαρος, ὅσον ὑποτίθεται ὅτι εἶναι τὰ ἀσιατικὰ φύλα. Εἶχε στενὴν συγγένειαν μὲ τὰς ἀρχαίας ἁρμονίας, τὰς φρυγιστὶ καὶ λυδιστί»[12].

Ὑποσημειώσεις

[1] Ἅπαντα Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, ἐπιμ. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Ἀθήνα, Δόμος, 1981-1989, Νεκράνθεμα, τ. 4., σ. 578

[2] Βαρδιάνος στὰ Σπόρκα, τ. 2, σ. 571

[3] Βαρδιάνος στὰ Σπόρκα, τ. 2, σ. 569

[4] Ὁ Ἐπιτάφιος καὶ ἡ Ἀνάστασις εἰς τὰ χωρία, τ. 5, σ. 121

[5] Ἀποσπάσματα σκέψεων…

[6] Λαμπριάτικος ψάλτης, τ. 2, σ. 515

[7] Μεγαλείων ὀψώνια, τ. 4, σ. 427

[8] Ἡ κάλτσα τῆς Νώενας, τ. 4, σ. 194

[9] Λαμπριάτικος ψάλτης, τ. 2, σ. 514

[10] Χρῆστος Βακαλόπουλος, «Ἡ ἱερὴ μελωδία τῆς πραγματικότητας», Ἀπὸ τὸ χάος στὸ χαρτί, Ἑστία, Ἀθήνα 1995, Ἐπιμέλεια Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, σ. 196

[11] ὅ.π. σ. 197

[12] Ὁ ξεπεσμένος δερβίσης, τ. 3, σσ. 111-116