Σπύρος Γιανναρᾶς - Διαβάζοντας Παπαδιαμάντη ἑκατὸ χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του

Ἡ λογοτεχνία του ὡς ἀποκούμπι σὲ καιροὺς κρίσης. Μικρὸ σχόλιο στὸν Παπαδιαμάντη μὲ ὁδηγὸ τὴν προσωπικὴ σχέση μὲ τὰ παπαδιαμαντικὰ διηγήματα, καὶ ἀρωγό τα κείμενα τοῦ Ἐλύτη, τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου, τοῦ Χρήστου Βακαλόπουλου κ.ἄ.

Ὁμιλία στὸ Ἀρσάκειο Πατρῶν (11 Ἀπριλίου 2011)

Εἶναι πάντα πολὺ δύσκολο, ἂν ὄχι ἐκ προοιμίου ἀκατόρθωτο, νὰ μιλήσει κανεὶς γιὰ μεγάλα ἀναστήματα τοῦ πνεύματος ὅπως στὸν τόπο μας ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, χωρὶς νὰ προδώσει σὲ ἕναν - ἀκόμα καὶ ἐλάχιστο βαθμὸ - τὸν ἄνθρωπο ἢ τὸ ἔργο. Τὸ σύνηθες, δηλαδὴ τὸ ἀνθρώπινο, εἶναι καθὼς ἀδυνατοῦμε νὰ τὰ φτάσουμε νὰ φέρνουμε τὰ ἀναστήματα αὐτὰ στὰ μέτρα μας. Ποὺ σημαίνει νὰ ἀρκούμαστε στὸ μικρὸ ἢ μεγάλο κομμάτι τοὺς τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ συλλάβουμε. Μιὰ πιθανὴ δηλαδὴ ἀνάγνωση τῆς πολυπροβεβλημένης θέσης τῶν θεωρητικῶν της λογοτεχνίας, τουλάχιστον ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1960 καὶ δώθε περὶ τῶν ἄπειρων ἑρμηνειῶν ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ἔργου τέχνης μπορεῖ νὰ ἀκριβῶς αὐτός: Ὅτι ὁ ἐξαντλητικὸς προσδιορισμὸς τοῦ ἔργου εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀδύνατος. Ὅτι κάθε ἀπόπειρα ὁριστικοῦ ὁρισμοῦ εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἕνας περιορισμὸς τοῦ ἔργου καὶ τοῦ ἀνθρώπου.

Σὲ αὐτὰ προσθέστε ὅτι τὰ μεγάλα ἔργα ὀνομάζονται κλασικὰ ὄχι γιατὶ τοὺς ἀποδίδουμε ἱστορικὴ ἢ μουσειακὴ ἀξία, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔχουν κάτι ἰδιαίτερο καὶ ξεχωριστὸ νὰ ποῦν σὲ κάθε ἐποχή. Κάτι ποὺ σὲ προηγούμενες ἱστορικὲς συνθῆκες ἢ συγκυρίες εἴτε δὲν τὸ εἴχαμε ἀνακαλύψει, εἴτε τὸ ἀκούγαμε ἀμυδρά, σὰν ψίθυρο χωρὶς νὰ τοῦ δίνουμε τὴν σημασία ποὺ τοῦ δίνουμε τώρα. Κάτι ποὺ δὲν ἀντιλαμβανόμασταν διότι τότε δὲν ἀνταποκρινόταν - γιατὶ δὲν εἶχαν ἀκόμα προκύψει - στὶς τωρινές μας ἀνάγκες. Καὶ λέγοντας ἀνάγκες δὲν ἐννοοῦμε τὰ ἰδιοτελῆ μας ἀτομικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ κάτι ποὺ πηγάζει ἀπὸ μεγαλύτερο βάθος, χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε. Τὰ μεγάλα ἔργα λέγονται κλασικὰ ἐπειδὴ μποροῦν νὰ φωτίσουν σήμερα τὴ δική σας καθημερινὴ πραγματικότητα μὲ τρόπο διαφορετικὸ ἀπ᾿ ὅτι τὸ ἔκαναν γιὰ τὴν προηγούμενη γενιὰ τῶν πατεράδων ἢ τῶν παππούδων σας.

Κάνοντας ἐδῶ μιὰ μικρὴ παρέκβαση θέλω νὰ ἐπισημάνω ὅτι αὐτὴ τὴ διαδικασία περιγράφουμε μὲ τὴν χιλιοταλαιπωρημένη καὶ συνήθως παρεξηγημένη λέξη παράδοση. Παράδοση δὲν εἶναι νὰ τρῶς ταραμοσαλάτα τὴν Καθαρὰ Δευτέρα ἐπειδὴ ἔτσι συνηθίζεται καὶ τὴν ἑπομένη νὰ ἐπιστρέφεις στὶς μπριζόλες, οὔτε - ἀκόμη χειρότερα - νὰ ψηφίζεις τὸ κόμμα ποὺ ψήφιζαν οἱ γονεῖς σου. Παράδοση εἶναι διαδικασία γονιμοποίησης τοῦ προσλαμβανομένου ἤθους - δηλαδὴ ἑνὸς τρόπου ζωῆς - σύμφωνα μὲ τὶς βαθύτερες ἀνθρώπινες ἀνάγκες ἐκείνου ποὺ προσλαμβάνει. Παράδοση σημαίνει παραλαμβάνω ἕνα δῶρο, κάνω κάτι ποὺ μὲ ἔμαθαν νὰ κάνω οἱ προηγούμενοι τὸ ὁποῖο μὲ βοηθάει νὰ ζήσω σήμερα τὴ ζωή μου μαζὶ μὲ τοὺς συγχρόνους μου. Ἂν αὐτὴ ἡ διαδικασία εἶναι ἁπλῶς μιὰ σύμβαση ἢ σεβασμὸς μιᾶς παραδεδεγμένης μορφῆς, μὲ τὰ χρόνια καταντάει ἀκατανόητη, «νεκρὸ γράμμα», δηλαδὴ βαρίδι ποὺ ἀντὶ νὰ μᾶς βοηθάει νὰ συμβιώσουμε, λειτουργεῖ ὡς ἀναχρονιστικὸ ἐμπόδιο στὴν ἐπαφή μας μὲ τὸν σύγχρονο κόσμο. Μὲ ἄλλα λόγια μπορεῖ τὸ ἴδιο πράγμα π.χ. ἡ νηστεία τῆς Σαρακοστῆς νὰ προσφέρει νόημα στὴ ζωὴ κάποιου βοηθώντας τὸν νὰ ἐξελιχθεῖ ὡς ἄνθρωπος καὶ σὲ κάποιον ἄλλο νὰ τὸν καταδικάζει σὲ παρατεινόμενη ἄγνοια τοῦ ἐαυτοῦ του.

Κλείνοντας τὴν παρένθεση ἐπιστρέφω στὰ προηγούμενα γιὰ νὰ τονίσω ὅτι σᾶς μιλῶ μὲ δεδομένη τὴν ἀποτυχία μου καθὼς ὡς μειράκιο, δηλαδὴ παιδαρέλι στὰ γράμματα ἀδυνατῶ νὰ μιλήσω μὲ τρόπο ὁριστικὸ ἢ τελεσίδικο γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, τὸ ἔργο ἢ καὶ μέρους αὐτοῦ. Τολμῶ δὲ νὰ πῶ, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔργα σὰν τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ Παπαδιαμάντη, τοῦ Ντοστογιέφσκι, τοῦ Σαίξπηρ ἢ τοῦ Δάντη εἶναι ἀνεξάντλητα καὶ ξαναγεννιοῦνται σὲ κάθε ἐποχὴ - κάθε ποὺ διαβάζονται ἀπὸ νέους ἀναγνῶστες ἀπὸ τὴν ἀρχὴ - ὅτι ἀκόμα καὶ προσεγγίσεις ὅπως τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου, τοῦ ὁποίου τὸ κείμενο «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης» ὑπέδειξε πῶς πρέπει νὰ τὸν διαβάζουμε γιὰ νὰ μὴν τὸν περιορίζουμε καὶ τὸν ἀδικοῦμε ἢ τοῦ Ἐλύτη καὶ ἀργότερα τοῦ Χρήστου Βακαλόπουλου ποὺ ἔριξαν φρέσκο ζωντανὸ φῶς στὸ ἔργο του, ἀκόμα δηλαδὴ καὶ οἱ εὐτυχέστερες προσεγγίσεις παραμένουν πάντα μερικές. Μ᾿ ἄλλα λόγια ἀνοιχτὲς καὶ ἐν ζωή, ἀλλὰ ταυτόχρονα προσωπικὲς ἄρα σὲ ἕνα βαθμὸ ὑποκειμενικές, προσδιοριζόμενες ἀπὸ τὴν ἐποχή τους. Προσεγγίσεις ὅμως ποὺ μᾶς καλοῦν νὰ σταθοῦμε κριτικὰ καὶ ἐπιλεκτικὰ ἀπέναντί τους. Συνεπῶς ἀπόψε ἐγὼ ἀπὸ τὴν πλευρά μου δὲν μπορῶ παρὰ νὰ ἀποτολμήσω μονάχα μιὰ ἐντελῶς προσωπικὴ προσέγγιση στὸ ἔργο καὶ στὸν ἄνθρωπο, ἀπαντώντας στὸ εὔλογο ἐκ πρώτης ἐρώτημα ἂν καὶ γιατί τὸν διαβάζουμε σήμερα, ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του.

Πρὶν προχωρήσω πρέπει ἐπίσης νὰ σᾶς πῶ ὅτι δὲν ἔχω οὔτε διαβάσει ὁλόκληρο τὸν Παπαδιαμάντη ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη, οὔτε θυμᾶμαι τὰ διηγήματά του ἀπέξω ὅπως οἱ ξεσκολισμένοι μελετητές του. Τὸν διαβάζω λίγο λίγο καὶ ξανὰ καὶ ξανὰ γιὰ νὰ μὴν τελειώνει ποτέ. Ἂν ἔχω κάτι προσωπικὸ νὰ σᾶς πῶ γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη - ποὺ μᾶλλον τὸ εἶπα ἤδη - εἶναι νὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς ἐξηγήσω ἀκριβῶς γιατί μεγαλώνοντας νιώθω ὁλοένα καὶ μεγαλύτερη ἀνάγκη, ἀλλὰ καὶ ἄφατη ἀπόλαυση νὰ ἐπιστρέφω κάθε τόσο σ᾿ αὐτόν.

Ὁ πιὸ πρόσφορος γιὰ μένα τρόπος νὰ ξεκινήσω εἶναι ἀναφερόμενος στὰ λόγια τοῦ πιὸ κοντινοῦ μου χρονικὰ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ εἴκοσι ἀκριβῶς χρόνια, τὸ 1991 ἀπάντησε στὸ ἴδιο ἐρώτημα, στὸν ἀείμνηστο συγγραφέα - τὸ πιὸ προικισμένο τῆς γενιᾶς του - τὸν Χρῆστο Βακαλόπουλο. Γιατὶ ἕνα ἄλλο μεγάλο ἐφόδιο ποὺ προσφέρει στοὺς κατοπινοὺς ἡ τακτικὴ γόνιμη πρόσληψη τῆς παράδοσης ἀπὸ ὁρισμένους ἀνθρώπους εἶναι ὅτι δημιουργεῖ ἕνα σκαλοπάτι ποὺ τοὺς ὁδηγεῖ εὐκολότερα στοὺς παλαιότερους.

Χρειάζομαι δηλαδὴ τὸν Βακαλόπουλο γιὰ νὰ πλησιάσω τὸν Λορεντζᾶτο, καὶ χρειάζομαι τὸν Λορεντζᾶτο καὶ τὸν συγκαιρινό του Ὀδυσσέα Ἐλύτη γιὰ νὰ πλησιάσω τὸν Παπαδιαμάντη. Ὅσο ἐγγύτερα σὲ μένα βρίσκεται ὁ διαμεσολαβητής μου, τόσο μεγαλύτερες οἱ πιθανότητες νὰ ἐκφράζει σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ τὶς τωρινές μου ἀνησυχίες καὶ ἀπορίες. Σὲ αὐτὸ βέβαια πρέπει κανεὶς νὰ προσμετρήσει καὶ τὴν ὀξυδέρκεια καὶ τὸ βάθος τῆς ἀνάλυσης τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Δὲν συνεπάγεται δηλαδὴ ὅτι ὁ νεότερος ἔχει πάντα νὰ μᾶς ἀποκαλύψει πιὸ οὐσιαστικὰ γιὰ τὴν ἐποχὴ μᾶς πράγματα. Ὁ Ζήσιμος Λορεντζᾶτος λόγου χάρη ἔκρουε τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου στηλιτεύοντας τὴν κακὴ πρακτική του δανεισμοῦ καὶ προβλέποντας τὴν σημερινὴ κρίση ἤδη ἀπὸ τὸ 1968.

Νὰ λοιπὸν τί μᾶς λέει ὁ Βακαλόπουλος στὰ 1991 γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη:

«Οἱ φυλακισμένοι καὶ οἱ ἄρρωστοι καταφεύγουν συχνὰ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ μερικοὶ Ἕλληνες στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Καθὼς ὁ ἑλληνικὸς κόσμος χαλαρώνει στὴν ἀσφυκτικὰ ἀναπαυτικὴ ἀγκαλιὰ τῆς φανταστικῆς εὐρωπαϊκῆς κοινότητας, αὐτοῦ του πολυσυλλεκτικοῦ κατασκευάσματος ποὺ στηρίζεται στὴν ἀναγκαιότητα τῆς οἰκονομίας κι ὄχι σὲ ἐκείνη τοῦ αἰσθήματος, ὁ Παπαδιαμάντης θὰ ἔπρεπε ν᾿ ἀπομακρύνεται καὶ νὰ χάνεται ἀπὸ τὰ μάτια μας, ὅπως τόσοι ἄλλοι πρὶν καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, σαρκικοί, ὑλόφρονες καὶ νωθροὶ ἄνθρωποι, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν εἴχαμε φυλακίσει μιὰ γιὰ πάντα στὰ σχολικὰ ἀναγνωστικὰ ἢ σὲ κάποιο λογοτεχνικὸ μουσεῖο. Ὅμως ὁ Παπαδιαμάντης λάμπει περισσότερο παρὰ ποτὲ κι αὐτὸ συμβαίνει παρὰ τὴ θέλησή μας. Ὅσο ὁ κόσμο γύρω μας ἀποχαιρετάει τὸν δικό του τόσο ἡ φήμη του μεγαλώνει, ὅσο οἱ ἑρμηνεῖες γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του πληθαίνουν τόσο ἐκεῖνος τὶς ἀντιπαρέρχεται καὶ ἐπιβιώνει· ἡ παρουσία τοῦ ἀφήνει ἕνα ἀνεξίτηλο χνάρι».

Στὰ εἴκοσι χρόνια ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὴν δημοσίευση τοῦ παραπάνω κειμένου ὅλα δείχνουν ὅτι ἔχουμε προχωρήσει μακριὰ στὸν δρόμο ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη.

Ὄχι μόνο ἡ εὐρωπαϊκὴ κοινότητα ποὺ ὁραματιζόταν ὁ κοινοτιστὴς Ντενὶ ντὲ Ρουζμὸν ἐπιβεβαίωσε τὶς χειρότερές του προβλέψεις ἀποτελώντας οὐσιαστικὰ μιὰ πρόσκαιρη οἰκονομικὴ συνεργασία ἀντικρουόμενων ἐν πολλοῖς συμφερόντων, ἡ ὁποία δὲν κατόρθωσε ποτὲ νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ πολιτικὴ ὀντότητα καὶ ἀκόμα λιγότερο νὰ ἀποκτήσει κοινὸ πολιτιστικὸ ἄξονα, ἀλλὰ βιώνουμε ἤδη τὰ ἐπίχειρα τῆς φαντασιώδους ἐπιθυμίας ποὺ ἐπωάστηκε ἐντός της, γιὰ ἄκοπη, ἀπρόσκοπτη καὶ ἀέναη μεγιστοποίηση τῆς καταναλωτικῆς μας εὐχέρειας καὶ τῶν καταναλωτικῶν μας ἀπολαύσεων.

Σήμερα ποὺ βιώνουμε μὲ ἐξαιρετικὰ ἀπότομο καὶ ἐπώδυνο τρόπο τὴν ἀπομάγευση ἀπὸ τὸ εὐρωπαϊκὸ (κατ᾿ ἀντιστοιχίαν μὲ τὸν ἀμερικανικὸ) ὄνειρο, τὴ λεγόμενη οἰκονομικὴ κρίση, σήμερα ποὺ ἡ κατάλυση τῆς ὑποτυπώδους κοινωνικῆς μας συνοχῆς μοιάζει ὁλοένα καὶ πιθανότερο ἐνδεχόμενο, ἡ ἐνασχόληση μὲ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ κατ᾿ ἐπέκταση μὲ τὰ γράμματα καὶ τὶς τέχνες φαντάζει ὑπερβολικὴ πολυτέλεια, ἂν ὄχι ἐγωκεντρικὴ ἀδιαφορία γιὰ τὰ κοινὰ ποὺ ἀγγίζει τὰ ὅρια τῆς ὕβρεως.

Ἐδῶ, θὰ ποῦν κάποιοι, τίθεται ζήτημα ἂν θὰ ἔχουμε αὔριο δουλειά, ἐδῶ ἀπειλεῖται τὸ μέλλον μας καὶ ἐσεῖς ἀσχολεῖστε μὲ τὸν Παπαδιαμάντη; Μὲ ἕναν συγγραφέα ποὺ ἐκτὸς τῶν ἄλλων γράφει σὲ μιὰ δυσνόητη, σχεδὸν ἀκαταλαβίστικη, παρωχημένη γλώσσα γιὰ νὰ μᾶς διηγηθεῖ περίεργες ἱστορίες μιᾶς ἄλλης ξεχασμένης ἐποχῆς; Αὐτὴ ἡ φαινομενικὰ εὔλογη ἀντίδραση ψηλαφεῖται καὶ ἐμπειρικὰ μέσα ἀπὸ τὴ σταδιακὴ συρρίκνωση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν διαβάζουν: Τῶν ἀνθρώπων ποὺ μποροῦν νὰ χαροῦν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὴν μελωδική του γλώσσα. Καὶ ἀπὸ τὴν ἀκόμα δραστικότερη μείωση τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνων ποὺ μποροῦν, ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Λορεντζάτου, νὰ συλλάβουν ὁλόκληρο, ἀδιαχώριστα δηλαδή, τὸ ἔργο μαζὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο.

Καθὼς οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς μας καὶ κατὰ συνέπεια ὁ κόσμος μας μοιάζει πολὺ διαφορετικὸς ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον τοῦ Βακαλόπουλου ἡ σχέση μας μὲ τὸν Παπαδιαμάντη δὲν ἔχει ἁπλῶς διασαλευθεῖ περισσότερο, ἀλλὰ μοιάζει ἕτοιμη νὰ διαρραγεῖ ὁριστικά, ἀκυρωμένη ἀπὸ ἄλλες πιὸ ζωτικὲς προτεραιότητες μὲ πρώτη ἀπ᾿ ὅλες τὸ ἀπειλητικὸ φάσμα τῆς ἐπιβίωσης. Καὶ στὴ διασάλευση αὐτὴ πρέπει κανεὶς νὰ συμπεριλάβει καὶ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀντιλαμβάνονται καὶ χρησιμοποιοῦν τὴν λογοτεχνία (τοῦ Παπαδιαμάντη συμπεριλαμβανομένου) ὡς ὄχημα ἀπόδρασης ἀπὸ τὴν δύσκολη, σκοτεινὴ καὶ ἀπειλητικὴ πραγματικότητα. Ὡς ἕνα ὄμορφο ψέμα ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς νανουρίσει γλυκά, διαλύοντας τὶς μελανόπτερες σκέψεις καὶ τὰ ζοφερὰ ὄνειρα, χαρίζοντάς μας ξέγνοιαστο ὕπνο.

Μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ δεδομένα, ἔχει λοιπὸν καμιὰ ἰσχύ, ἔστω καὶ ἐλάχιστο περιεχόμενο ἀλήθειας ἡ ἀλλοτινὴ θέση τοῦ Βακαλόπουλου ὅτι ὁ «Παπαδιαμάντης λάμπει περισσότερο παρὰ ποτέ»; Ὅτι «ὅσο ὁ κόσμος γύρω μας ἀποχαιρετάει τὸν δικό του τόσο ἡ φήμη του μεγαλώνει»; Καὶ τί μπορεῖ νὰ ἐννοεῖ - ἂν δὲν εἰρωνεύεται - μὲ τὴν φράση «κι αὐτὸ συμβαίνει παρὰ τὴ θέλησή μας»;

Ἡ ἀπάντηση ποὺ ἀποτολμῶ κι ἂν σᾶς φαίνεται ὑπερβολικὴ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρέσετε, εἶναι ὅτι ἡ ἐμβάπτιση στὸ ἔργο καὶ ἡ σχέση μὲ τὸν Παπαδιαμάντη δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἐφόδιο, ἀλλὰ καὶ κριτήριο τῆς ἐπιβίωσης τοῦ σύγχρονου ἑλληνισμοῦ.

Τὸ καλὸ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου εἶναι ὅτι ἐνίοτε παρασέρνει μαζί του καὶ ἄσκοπα διλήμματα ποὺ μᾶς τυραννοῦν. Τὸ καλὸ μὲ τὶς συνθῆκες κρίσεις εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον χρόνος καὶ χῶρος γιὰ ἄσκοπα ζητήματα. Ὅταν δηλαδὴ σήμερα ἀναρωτιόμαστε καὶ προσπαθοῦμε νὰ ψυχανεμιστοῦμε τὴν τωρινή μας σχέση μὲ τὸν Παπαδιαμάντη τὸ κάνουμε ἔχοντας ἀφήσει πλέον πίσω μας τὸ παρωχημένο δίλημμα ἂν ἦταν σπουδαῖος λογοτέχνης ἢ ἅγιος των γραμμάτων. Νομίζω ὅτι σήμερα μποροῦμε νὰ τὸν πλησιάσουμε χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ βροντοφωνάξουμε ὅπως ὁ Βακαλόπουλος ὅτι «δὲν μποροῦμε νὰ μεταμορφώσουμε τὸν Παπαδιαμάντη οὔτε σὲ καλὸ συγγραφέα μόνο, οὔτε σὲ ταπεινὸ ἀσκητή».

Θέλω δηλαδὴ νὰ πῶ ὅτι σήμερα εἴτε ξέρουμε τί θὰ πᾶμε νὰ βροῦμε διαβάζοντάς τον, εἴτε δὲν ξέρουμε ἀπολύτως τίποτα γιὰ τὸν ἄνδρα, συνεπῶς ἀκόμα κι ὅταν τὸν τεμαχίζουμε σὰν σφαχτάρι γιὰ νὰ διαλέξουμε τὸ κομμάτι τοῦ γούστου μας, δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ τὸ κάνουμε ἀπὸ ἄγνοια, ἀλλὰ μὲ πλήρη ἐπίγνωση τῆς λαθροχειρίας μας. Τὸ ἴδιο ἐν πολλοῖς ἰσχύει τουλάχιστον γιὰ τὴ δική μου γενιὰ καὶ κάτω, ὅσον ἀφορᾶ καὶ στὴ γλώσσα, καθὼς ὄχι ἁπλῶς ἔχουμε ἀφήσει πίσω μας, ἀλλὰ δὲν γνωρίσαμε τὸ σχίσμα μεταξὺ δημοτικῆς καὶ καθαρεύουσας. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ γλώσσα τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κουβαλάει ἐκ προοιμίου - γιατὶ οἱ ἰδεολογικοὶ λόγοι ποὺ τὴν φόρτωναν ἔχουν πλέον σβήσει - τὴ ρετσινιὰ τῆς «συντηρητικῆς» ἢ «ξεπερασμένης» γλώσσας, ἀλλὰ στὴ χειρότερη περίπτωση ἀντιμετωπίζεται ὡς ξένη μαζὶ μὲ τὰ ἀρχαῖα καὶ τὰ ἀγγλικά. Κι αὐτὴ εἶναι ὑπὸ μιὰ ἔννοια εὐτυχὴς συγκυρία διότι ἂν μᾶς εἶναι ξένη, μποροῦμε νὰ τὴν οἰκειοποιηθοῦμε χωρὶς προκαταλήψεις ἀπὸ τὴν ἀρχή.

Μὲ τὸ ποὺ κάνουμε λοιπὸν τὸ βῆμα καὶ εἰσέλθουμε ἀνάλαφροι καὶ χωρὶς ἰδεολογικὰ βαρίδια στὸν γλωσσικὸ κόσμο τοῦ Παπαδιαμάντη ξεκινάει μιὰ διαδικασία «ἀμφίδρομης» ἀναγνώρισης τὴν ὁποία δὲν ἐλέγχουμε, ποὺ συμβαίνει μ᾿ ἄλλα λόγια ὅπως τόνισε ὁ Βακαλόπουλος «παρὰ τὴ θέλησή μας». Ἀναγνωρίζουμε κατ᾿ ἀρχὰς ἕναν οἰκεῖο τόπο ἢ θεολογικὰ μιλώντας μιὰ οἰκεία κτίση. Στὶς περιγραφὲς τοῦ φυσικοῦ τοπίου, μέσα ἀπὸ τὰ «θαμνώδη» παπαδιαμαντικὰ «ρήματα καὶ φύλλα καταπράσινά της γλώσσας» ποὺ δοξολογεῖ ὁ ποιητὴς Νίκος Καροῦζος ἀναγνωρίζουμε τὴν θάλασσα ποὺ ἔχουμε κολυμπήσει, «βουνὰ κι ἀκρογιάλια, κοιλάδες καὶ πηγές, ἀμπέλια, δεντρῶνες, περιβόλια, ὡς καὶ μιὰ λίμνη», μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἐλύτη, βράχους, κυπαρίσσια, καλντερίμια ποὺ ἔχουμε περπατήσει, χρώματα, ἀκόμα καὶ μυρωδιὲς ποὺ κουβαλᾶμε μέσα μας. Θὰ ἀναγνωρίσουμε δηλαδὴ ὁπωσδήποτε καὶ μὲ τὴν ἴδια λαχτάρα ποὺ ἀναγνωρίζουμε ἕναν συμπατριώτη μας στὰ ξένα, «μίαν ὡραίαν τοποθεσίαν, προσφιλῆ εἰς τὰς ἀναμνήσεις» μας.

Ἡ περιγραφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη (ἡ ὑποβλητικὴ στὴ φαντασία δύναμη τῶν εἰκόνων του εἶναι ἀνυπέρβλητη) ἀνασταίνει περιγράφοντας τὸν ἑλληνικὸ τόπο μὲ τρόπο ποὺ ξεπερνάει κάθε ἠθογραφία. Κι ὁ Καρκαβίτσας μιλάει γιὰ τὴ θάλασσα, ἀλλὰ ὡς κομμάτι ἢ χαρακτηριστικό της ζωῆς τοῦ ναυτικοῦ μὲ τὴν ὁποία λίγοι σήμερα μποροῦμε νὰ ταυτιστοῦμε. Ὁ ἔρως τοῦ παιδίου γιὰ τὴν Βασιλικὴν δρῦν - ξέχωρα ἀπὸ τὸ ὄνειρο καὶ τὴν ὀπτασία - ἐκφράζει μιὰ πρωτογενῆ σχέση τῶν κατοίκων αὐτοῦ του τόπου μὲ τὴν φύση - ἡ ὁποία δὲν εἶναι ποτὲ ἀπρόσωπη - ἕναν τρόπο σχέσης ποὺ δὲν θὰ βροῦμε σὲ ἕναν Γερμανὸ ἢ Δανό, ἀλλὰ οὔτε καὶ στὸν γείτονά μας τὸν Ἰταλό. «Αὐτὴ τὴ μεγάλης διαφάνειας θαλασσογραφία», γιὰ νὰ δανειστῶ καὶ πάλι τὰ λόγια τοῦ Ἐλύτη, «καὶ μαζὶ τυπολογία ἑλληνικῆς ζωῆς ποὺ ἅπαξ ὑπῆρξε καὶ ποὺ δὲν ξεγράφεται μὲ τίποτε· ποὺ δὲν ἀποτελεῖ μήτε παρελθὸν μήτε παρὸν μήτε μέλλον, ἀλλὰ ἀποτύπωση, σὲ μίαν ὁρισμένη ἱστορικὴ στιγμὴ καὶ πάνω σ᾿ ἕνα συγκεκριμένο ὑλικό, μιᾶς σταθερῆς ἐκφραστικῆς ποὺ χαρακτηρίζει ἀνέκαθεν τὸν Ἕλληνα καὶ εἶναι πάντοτε ἡ ἴδια».

Διαβάζοντας δηλαδὴ Παπαδιαμάντη ἀναγνωρίζουμε τὸν τόπο μας, ἀλλὰ καὶ μιὰ ἀντανάκλαση τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου - ἕναν τρόπο διάχυσης τοῦ φωτὸς - στὸ πιὸ μύχιο κομμάτι τοῦ ἐαυτοῦ μας. Ἐνῶ δηλαδὴ διαβάζουμε ταυτόχρονα εἶναι σὰν νὰ μᾶς «διαβάζει» τὸ κείμενο, ἀποκαλύπτοντας μέσα μας - ἐφόσον θελήσουμε νὰ τὸ δοῦμε - ἕνα συγκεκριμένο τοπίο ἢ θεολογικὰ καὶ πάλι μιλώντας μιὰ συγκεκριμένη οἰκονομία τῆς κτίσης.

Ἡ «ἀμφίδρομη» αὐτὴ λειτουργία ἀναγνώρισης ἢ αἴσθηση τοῦ οἰκείου εἶναι ἀκόμα ἐντονότερη στοὺς παπαδιαμαντικοὺς χαρακτῆρες. Γριὲς καὶ γέροι, καπετάνιοι καὶ ψαράδες, γεωργοὶ καὶ ἀχθοφόροι, παπάδες καὶ ψάλτες, κοπέλες καὶ παιδιά, «γερόντοι χαρακωμένοι ἀπὸ τοὺς λεβάντηδες, κοπέλες κρουστὲς σὰν τὰ βότσαλα», μᾶς λέει καλύτερα καὶ πάλι ὁ Ἐλύτης, μιὰ κοινωνία ἀνθρώπων μιᾶς ἄλλης, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ τῆς δικῆς μας - σὲ κάθε ἐποχὴ - ἐποχῆς. Ἡ ἀναγνώριση ἀρχίζει ἀπὸ τὰ πιὸ ἄμεσα ἐπαληθεύσιμα, ἀπὸ τὶς συμπεριφορές, τὶς συνήθειες καὶ τὰ χούγια ποὺ ἐξακολουθοῦμε νὰ ἀναγνωρίζουμε γύρω μας. Οἱ ὑποψήφιοι καὶ οἱ ψηφοφόροι ποὺ παρελαύνουν στὶς σελίδες τοῦ διηγήματος Οἱ Χαλασοχώρηδες ἔχουν τὰ ἴδια ἐναύσματα καὶ τὰ ἴδια ἐλατήρια μὲ τὴ σημερινὴ πελατεία τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ἐδῶ ἡ ἀναγωγὴ ἀπὸ τὸν κουτοπόνηρο ἥρωα τοῦ Παπαδιαμάντη ποὺ πασχίζει νὰ ἐκμεταλλευτεῖ τὴν ἀνάγκη τῶν κομμάτων γιὰ ψήφους μέχρι τὴ σημερινὴ ἀνερυθρίαστη ἐξαγορὰ τῆς ψήφου τῶν πολιτῶν ἀπὸ ἕνα συντεταγμένα κομματικὸ ἐκλογικὸ μηχανισμὸ ποὺ ἐργάζεται 365 μέρες τὸν χρόνο γίνεται σχετικὰ εὔκολα.

Ἡ ἀναγνώριση δομικῶν ψυχικῶν στοιχείων τῆς ἰδιοσυγκρασίας τοῦ Ἕλληνα στοὺς προ-νεωτερικοὺς παπαδιαμαντικοὺς ἥρωες, ἔμπλεους ἀθωότητας, ἀκόμα καὶ στὶς «εἰδεχθεῖς» περιπτώσεις τῶν φονιάδων, ὅπως ἡ φόνισσα, ἡ ὁποία σκοτώνει θέλοντας νὰ κάνει τὸ καλό, εἶναι σίγουρα δυσκολοτερη ὑπόθεση. «Εἶναι κανεὶς ἀπὸ τὸ μέρος τῆς ἀθωότητας», λέει ὁ Ἐλύτης, «σὲ δύο περιπτώσεις: ὅταν δὲν ἔχει φτάσει σὲ σημεῖο νὰ ὑποψιαστεῖ καν τὸ μαῦρο· κι ὅταν τὸ ἔχει διατρέξει ὡς τὴν ἔσχατη ἄκρη του, ἔτσι ποὺ νὰ πατήσει ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πάλι στὸ λευκό». Οἱ ἥρωες τοῦ Παπαδιαμάντη εἴτε δὲν ὑποψιάζονται τὸ μαῦρο - τὸ μαῦρο τοῦ Ὁλοκαυτώματος ἢ τῶν ρωσικῶν Γκούλαγκ ποὺ γνώρισε ὁ 20ος αἰώνας, τὸ μαῦρο του Ἄμπου Γκράιμπ ποὺ γνώρισε ὁ δικός μας - εἴτε μπαινοβγαίνουν ἀπὸ τὸ δικό τους ἀραιὸ μαῦρο στὸ λευκὸ ὅπως οἱ ἅγιοι.

Ἐπιτρέψτε μου ἄλλη μιὰ μικρὴ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο παρέκβαση μὲ τὴν ὁποία ἐπιζητῶ νὰ τονίσω ἀκόμα περισσότερο τὸ αἴσθημα οἰκειότητας ποὺ μᾶς γεννοῦν - παρὰ τὶς τεράστιες διαφορὲς μᾶς - οἱ ἥρωες τοῦ Παπαδιαμάντη. Στὸ Παρίσι ἕνας ἑλληνιστὴς δίδασκε στὸ πανεπιστήμιο Παπαδιαμάντη. Ἀνέβαινε στὸν πίνακα καὶ τὸν χώριζε στὰ δύο μὲ μιὰ κατακόρυφη λευκὴ γραμμή. Στὴ μιὰ μεριὰ ἐπάνω ἔγραφε, «ἁμαρτωλοὶ» καὶ στὴν ἀπέναντι «ἀναμάρτητοι ἢ ἅγιοι». Στὴ συνέχεια ἔγραφε τὴν ἴδια σειρὰ ὀνομάτων καὶ στὶς δύο στῆλες γιὰ νὰ καταλήξει λέγοντας ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀνισόρροπος καὶ τρελός. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες ποὺ βρίσκονταν στὸ ἀκροατήριό του αὐτὴ ἡ διπλὴ ἰδιότητα τῶν παπαδιαμαντικῶν ἡρώων δὲν εἶχε τίποτε τὸ περίεργο, πόσο μᾶλλον τὸ μεμπτό.

Οἱ ἥρωες τοῦ Παπαδιαμάντη, ὅπως καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ στὴν ἑλληνικὴ ὀρθόδοξη παράδοση, ἁμαρτάνουν καὶ μετανοοῦν πέφτουν καὶ σηκώνονται διασχίζοντας τὸ μαῦρο μέχρι τὸ λευκὸ καὶ πέφτοντας πάλι στὸ σκοτάδι μέχρι τὴν ὕστατη στιγμὴ τῆς δικαίωσης. Μέχρι δηλαδὴ τὸν θάνατό τους ὅπου ἢ ἁγιάζουν σὰν τὴν πρώτη γυναίκα τοῦ Καραχμέτη ἢ ἀγκαλιάζονται μὲ εὐσπλαχνία ἀπὸ τὸν ἀφηγητή. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φύση ποὺ σκεπάζει τὸν γέροντα τοῦ Ὁ ἔρωτας στὰ χιόνια μὲ τὸν λευκὸ μανδύα της ἢ ἀπὸ τὰ ζωντανά της, σὰν τὴ φώκια ποὺ μοιρολογεῖ μαζὶ μὲ τὴν πτωχὴ Ἀκριβούλα, «τὰ πάθια καὶ τοὺς καϋμοὺς τοῦ κόσμου». Ἀντιμετωπίζονται δηλαδὴ μὲ τόση συμπόνια, μὲ τόση πονεμένη ἀγάπη ποὺ ὑπερβαίνει καὶ ἀναιρεῖ κάθε προηγούμενη ἁμαρτία ἢ κοινῶς λεγόμενη ἀστοχία τοῦ βίου τους. Ὁ Παπαδιαμάντης συμπάσχει, κάνοντάς μας συν-κοινωνοὺς τοῦ πάθους του, μαζὶ μὲ τοὺς νεκρούς του, ἀναλαμβάνοντας σὰν ἄλλος Χριστὸς τὴν ἁμαρτία τοὺς ἐν εἴδει ἐξομολόγου μὴν ἀφήνοντας κανέναν ἀσυγχώρητο καὶ ἀσυνόδευτο στὸν θάνατο.

Θὰ μοῦ πεῖτε ὅμως, τί μποροῦμε νὰ ἀναγνωρίσουμε σήμερα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας πίσω ἀπὸ ὅλα αὐτά; Στὴ σημερινὴ δηλαδὴ ἀποϊεροποιημένη - ἀντιχριστιανικὴ προσδιορίζει ὁ Σωτήρης Γουνελᾶς - ἐποχή μας, πῶς μπορεῖ νὰ ὑποστηρίζει κανεὶς ὅτι ὁ ὑπὲρ ἢ μετὰ - φυσικὸς κόσμος τῶν ἡρώων τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν θὰ μᾶς ξενίσει, σκανδαλίζοντάς μας ὅπως τὸν προαναφερθέντα Γάλλο καθηγητή; Γιατὶ ἁπλούστατα - ἔστω καὶ σὲ ἐλάχιστο βαθμὸ - ἀναγνωρίζουμε σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Βακαλόπουλου «κάποιο σημάδι ἢ κάποιο νῆμα ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ αὐτὸ ποὺ» [κατὰ βάθος] «εἴμαστε». Ἀναγνωρίζουμε τὸν ἐν δυνάμει ἰδανικὸ ἑαυτό μας γιατὶ ὅπως λέει καὶ πάλι ὁ Βακαλόπουλος «μοιάζουμε μόνο μὲ τὸν ἑαυτό μας, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο». Ὁ Ἕλληνας ἀκόμα καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει κουβαλάει μέσα του ἐπιθυμώντας διακαῶς νὰ τὴν ἐνσαρκώσει, τὴν ἀρχοντιὰ τῆς συγχώρεσης. Κάτι ἐμφανὲς στὴν ἔμφυτή του τάση νὰ μὴν κρατάει ὑποδεκάμετρο καὶ ζυγαριὰ ὅταν πλησιάζει τοὺς ἄλλους, στὴν ἀνάγκη του νὰ τοὺς συγχωρέσει, νὰ χωρέσει τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά τους μαζὶ μὲ τὰ δικά του. Στὴν ἔμφυτη τάση γιὰ συμπόνια πρὸς τὸν κατατρεγμένο, τὸν χτυπημένο καὶ τὸν ἀδικημένο, τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὑποφέρει δηλαδὴ κάθε ἄνθρωπο. Ἀκόμα καὶ ἡ κακὴ πλευρά του, ἡ ὀργίλη φύση του καὶ ἡ τάση του νὰ ἐξαπατᾶ καὶ νὰ κοροϊδεύει εἶναι ὅπως σωστὰ λέει ὁ λαὸς ἡ «ἀνάποδή του»: μιὰ πληγωμένη φιλευσπλαγχνία καὶ εὐρυχωρία ποὺ ἀγάλλεται ὅταν ἀναγνωρίζει ἀλλοῦ τὴν «καλή της», ὅπως π.χ. στὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο.

Πηγαίνοντας ἕνα σκαλὶ πιὸ κάτω ἢ πιὸ βαθιὰ στὴν ἀνάγνωση τοῦ Παπαδιαμάντη ἀναγνωρίζουμε, σύμφωνα μὲ τὴν ἐξαιρετικὴ διατύπωση τοῦ Βακαλόπουλου, «τὴν ἱερὴ μελωδία τῆς πραγματικότητας». Ἡ ἀνεξάντλητη φιλευσπλαχνία καὶ συμπόνια γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ πράγματα εἶναι συνυφασμένη μὲ ἄλλα λόγια μὲ μιὰ ἀρχέγονη αἴσθηση τοῦ ἱεροῦ ἡ ὁποία εὐδοκίμησε σὲ αὐτὰ τὰ μέρη ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων. Ἕνα δέος, δηλαδὴ σεβασμὸ γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο, γιὰ τὴν ἀπόκοσμη αἰτία καὶ τὸν σκοπό τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν φύση ἢ τὴν κτίση τὴν ὁποία βρεθήκαμε νὰ κατοικοῦμε. Μιὰ βαθιὰ αἴσθηση ὅτι δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ παραβαίνει ἀτιμώρητα - ὕβρη ὀνόμαζαν αὐτὴ τὴν ὑπέρβαση τοῦ μέτρου οἱ ἀρχαῖοι - τους νόμους τῆς ζωῆς ἢ τοῦ θανάτου. Κι αὐτὴ ἡ στάση δὲν συνεπάγεται ἐπ᾿ οὐδενὶ ἀνάσχεση τῆς ἀτέρμονης διαδικασίας ἀναζήτησης τῆς γνώσης ἀλλὰ τὴν ἀνάγκη διατήρησης ἑνὸς μέτρου - ποὺ στὰ μέρη μας καλεῖται ἀνθρωπιὰ - τὸ ὁποῖο ἅπαξ καὶ ὑπερβαθεῖ παύει ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι ἄνθρωπος καὶ μετατρέπεται σὲ ἀγρίμι. Ὁ Παπαδιαμάντης συμπληρώνει ὁ Βακαλόπουλος «πιάνει μὲ δέος ἕνα νῆμα ποὺ τὸν ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ ρίζα τῆς κτίσεως».

Ἂν λοιπὸν θελήσουμε νὰ φτάσουμε ὡς τὴν ἄκρη καὶ νὰ κοιτάξουμε, ὅπως λέει ὁ Λορεντζᾶτος «ποιὰ εἶναι ἡ ρίζα ἢ ἡ ῾μυστικὴ φωταγωγία᾿ (…) ποὺ στηρίζει τὸν κόσμο τῆς σποραδικῆς ταπεινοσύνης ἢ τῆς πρωτευουσιάνικης φτωχολογίας τῶν διηγημάτων του», ἂν θελήσουμε δηλαδὴ νὰ δοῦμε ποιὰ συγκεκριμένη ἀντίληψη τοῦ ἱεροῦ διακόνησε μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του ὁ Παπαδιαμάντης θὰ ἀνακαλύψουμε τὸν κόσμο ὀρθόδοξης ἑλληνικῆς χριστιανοσύνης. Μόνο μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα αὐτοῦ του κόσμου μποροῦμε «νὰ καταλάβομε», συνεχίζει ὁ Λορεντζᾶτος, «τὸν Παπαδιαμάντη, ὄχι μόνο ὡς λογοτέχνη, ἀλλὰ σὰν πνευματικό μας κεφάλαιο». Κι ἐκεῖ θὰ ἀντιληφθοῦμε, προσθέτει ὁ Σεφέρης, ὅτι στὸν Παπαδιαμάντη «τὸ δόγμα γίνεται φύσις», ὅτι «δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀποχωρίσει κανεὶς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο χωρὶς νὰ τὸν μειώσει καίρια στὸ σύνολό του». Θὰ ἀνακαλύψουμε ἕναν χριστιανισμὸ ποὺ δὲν ἀπαρνεῖται, ἀλλὰ καταφάσκει στὴν φύση, ἐξυψώνοντας τὴν ὡς κτίση μαζὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο. «Ἡ ἁγιοσύνη», τονίζει ὁ Ἐλύτης, «ἀποχτάει ἁφὴ καὶ ἡ ἁφὴ ἁγιοσύνη, μὲ ἕναν τρόπο ποὺ πρὶν ἀπὸ τὸν χριστιανισμὸ θὰ ἤτανε δύσκολο νὰ τὸ συλλάβεις ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ μετὰ τὸν χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸ ἄλλο».

Ἀνακεφαλαιώνοντας λοιπὸν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι οἱ νεότερες γενιὲς ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ προσεγγίσουμε ἐλεύθεροι ἀπὸ τὶς ἰδεολογικὲς διαμάχες τοῦ παρελθόντος τὸν Παπαδιαμάντη, γνωρίζοντας ὅτι ὅσοι ἐπιμένουν σὲ κάποια ἀπὸ τὶς ἀκραῖες ἐκδοχὲς τῆς σύγκρουσης τὸ κάνουν μὲ ἰδιοτέλεια - συνήθως γιὰ νὰ προσποριστοῦν κύρος ἀπὸ τὸν ἄνδρα. Μποροῦμε ἐπίσης νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀνάγνωση τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι μιὰ μυητικὴ διαδικασία ἀναγνώρισης τοῦ ἐαυτοῦ μας σὲ πολλὰ ἐπίπεδα.

Ὅτι ἀκόμα κι ἂν σταματήσουμε στὴ μέση της κλίμακας, γνωρίζουμε σήμερα πόσα καὶ ποιὰ ἐπίπεδα κάτω μποροῦμε νὰ κατέβουμε γιὰ νὰ τὸν συλλάβουμε ὁλόκληρο μαζὶ μὲ τὸν πνευματικό του κόσμο. Ἀκόμα δηλαδὴ καὶ ἂν ἀποφασίσουμε νὰ τὸν διαβάσουμε μόνο ὡς λογοτέχνη, στὰ στενὰ - περιορισμένα - ὅρια τῆς τέχνης ὡς αὐτοσκοποῦ, ἀκόμα καὶ τότε τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο θὰ λειτουργεῖ ὡς ἐργαλεῖο γιὰ τὴν κατανόηση καὶ τὴν ἰσότιμη συνομιλία μὲ ἄλλα κορυφαία ἔργα διαφορετικῶν πολιτισμῶν. Ἔτσι ὁ συγγραφέας καὶ φιλόλογος Λουκᾶς Κούσουλας φέρνει κοντὰ βάζοντάς τους νὰ συνομιλήσουν γόνιμα τὸν Παπαδιαμάντη μὲ τὸν Μπόρχες καὶ τὸν Προύστ. Μᾶς βοηθάει μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ καταλάβουμε καλύτερα - καθὼς σήμερα δὲν συνομιλοῦμε μὲ τὴ Δύση, ἀλλὰ ἀποτελοῦμε κομμάτι της - καὶ τοὺς δύο ξένους, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἕλληνα συγγραφέα. Δηλαδὴ τὴν σημερινή μας συνθήκη.

«Αὐτοβιογραφοῦνται», λέει ὁ Κούσουλας, «ὁ Παπαδιαμάντης κι ὁ Προὺστ μὲ τὸν δικό τους ξεχωριστὸ τρόπο. (…) Στὸ νοῦ τους ἔχουν τὴ ζωή τους πρῶτα - πῆγα νὰ εἰπῶ τὴν ψυχή τους - , πῶς κερδίζεται ἢ χάνεται αὐτὴ ἀκριβῶς, ἡ ζωή, ὁ βίος τοῦ καθενός, καὶ εἶναι στὸ σημεῖο αὐτὸ ποὺ μπαίνει στὴ μέση ἡ τέχνη τους, ὡς τὸ πλέον πρόσφορο ὄργανο νὰ κάμουν τὸ καλύτερο δυνατόν, νὰ ῾κερδίσουν᾿ ἢ νὰ ἐξαγοράσουν τὸν χαμένο καιρό τους. Ξέρουν καλά, ζοῦν τὸ περιορισμένο πράγμα ποὺ εἶναι ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου καί, ἀνάγοντας τὸν στὴν περιωπὴ τῆς τέχνης, τὴν τέχνη ἀκολούθως αὐτὴ στὴν περιωπὴ μιᾶς ὑπέρβασης, ἀναλαμβάνουν τελικὰ τὴν καλογερική της διακονίας της μὲ ἀπόλυτη ἀφοσίωση καὶ αὐταπάρνηση».

Σήμερα ὡστόσο ποὺ ἡ καθημερινότητα βιώνεται ὡς κρίση ποὺ ἀπειλεῖ ἀπὸ τὸ εἰσόδημα, μέχρι τὴν κοινωνική, καὶ ἐνδεχομένως ἀκόμα χειρότερα τὴν φυσική μας ὑπόσταση, τὰ θεμελιώδη ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὸ ποιοὶ εἴμαστε καὶ ποὺ πᾶμε τίθενται ἐπιτακτικότερα μέρα μὲ τὴν μέρα ὡς ἄμεσα συνυφασμένα ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἐπιβίωση, ἀλλὰ τὸ νόημα τοῦ βίου. Σὲ τέτοιες ἐποχὲς ἄνθρωποι σὰν τὸν Παπαδιαμάντη μὲ στάση καὶ τὸ ἔργο τους μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν ἕναν δρόμο ὄχι ἁπλῶς γιὰ τὴν καλύτερη κατανόηση τῆς λογοτεχνίας, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀνακάλυψη τοῦ ἐαυτοῦ μας. Μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ξυπνήσουμε καὶ νὰ δοῦμε τὸ βαθύτερό μας πρόβλημα εἶναι πὼς τόσα χρόνια κυνηγούσαμε νὰ ζήσουμε μιὰ ἄλλη δαπανηρὴ καὶ πιὸ ἀπολαυστικὴ ζωὴ «μπλεγμένοι στὴν ἄρνηση τῆς ζωῆς καὶ στὴν αἰσθητικοποίηση τοῦ θανάτου», ὅπως λέει ὁ Βακαλόπουλος. «Πολεμώντας», ὅπως ἔλεγε «μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις τὸ κοινὸ ἑλληνικὸ αἴσθημα ποὺ ὑπηρετοῦσε ὁ Παπαδιαμάντης». Ὑπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἡ διεθνὴς οἰκονομικὴ κρίση ἦταν μιὰ συγκυρία ποὺ μᾶς ξύπνησε ἀπότομα ἀπὸ τὸ ὄνειρο, τὸ ὁποῖο χρηματοδοτούσαμε ἀλόγιστα μὲ δανεικά.

Ἂν ὅμως δὲν φτάσουμε τὴν ἀνάλυσή μας μέχρις ἐκεῖ, τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει ἁπλῶς - κι αὐτὸ δὲν εἶναι λίγο - νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅπως λέει ὁ Ἐλύτης, «τὴν πρόοδο μὲ τὰ ποιοτικὰ κι ὄχι τὰ ποσοτικὰ μέτρα», νὰ γίνουμε δηλαδὴ περισσότερο αὐτάρκεις καὶ λιγότερο ἐξαρτημένοι ἀπὸ πλασματικὲς ἢ εἰκονικὲς ἀνάγκες, νὰ ἀποκτήσουμε συμπόνια καὶ εὐσπλαχνία, καλλιεργώντας μιὰ αἴσθηση ἱεροῦ, δηλαδὴ ἀνθρωπιᾶς. Ὡστόσο τὴ μέρα ποὺ δὲν θὰ ἀναγνωρίσουμε τίποτε δικό μας στὸν Παπαδιαμάντη, ἀκόμα καὶ παρὰ τὴ θέλησή μας, τὴν μέρα ἐκείνη οἱ Ἕλληνες θὰ ἔχουμε ἀφήσει πίσω μας τὸν ἑλληνικό μας πολιτισμὸ γιὰ κάποιον ἄλλο. Οἱ δρόμοι ποὺ ἔχουμε μπροστὰ μας εἶναι πολλοὶ κι ὁ Παπαδιαμάντης ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του δὲν ὑποχρεώνει κανέναν γιὰ τίποτα.